Σάββατο 6 Απριλίου 2013

Εκκοσμίκευση και Εξομολόγηση


Η εκκλησιαστική ζωή μας απλά βασίζεται σε ένα σύστημα αμοιβαίων επαίνων και λατρείας. Μια ενορία είναι πάντα ευχαριστημένη με τον εαυτό της και απαιτεί από τον ιερέα να ευχαριστεί διαρκώς το «καλό» του ποίμνιο για τις εισφορές, τις προσπάθειες, τη βοήθεια και γενναιοδωρία τους, να είναι ο καθρέφτης μέσα στον οποίο μπορούν να θαυμάζουν τον εαυτό τους. Το ίδιο πνεύμα επιτυχίας, «καλής γειτονίας» και εξωτερικών δραστηριοτήτων διαπερνά τη ζωή μας από την κορυφή ως τα νύχια. Η επιτυχία της Εκκλησίας μετριέται με βάση την προσέλευση, την οικονομική ευρωστία και τον αριθμό των «ενοριακών υποθέσεων» όλων των ειδών. Πού μέσα σ’ όλα αυτά μένει χώρος για μετάνοια;

Είναι αληθινά απούσα από την υφή του κηρύγματος και της δράσης της Εκκλησίας. Ένας ιερέας μπορεί να καλεί τους ενορίτες του σε μεγαλύτερα και καλύτερα κατορθώματα υλικής φύσεως, μπορεί καμιά φορά να εκφράζει την δυσαρέσκειά του με την «προσέλευση» και τις «υποχρεώσεις» τους, μπορεί να μάχεται τους μασόνους και τους εκκλησιαστικούς συλλόγους, αλλά ο ίδιος δεν σκέφτεται συνήθως ότι «παν το εν τω κόσμω η επιθυμία της σαρκός και η επιθυμία των οφθαλμών και η αλαζονεία του βίου» (Α' Ιω.β' 16).

Ούτε ο ίδιος πιστεύει πραγματικά στην Εκκλησία ως σωτηρία από την απελπισία και το σκοτάδι της αμαρτίας παρά (την βλέπει) ως ένα θεσμό για την ικανοποίηση των θρησκευτικών αναγκών των «ενυπόστατων» μελών της. Μέσα σε αυτές τις πνευματικές συνθήκες, σε αυτήν την ψευδοχριστιανική ηθική κατάσταση, η εξομολόγηση δεν μπορεί να είναι άλλο από αυτό που πράγματι είναι: είτε ακόμα ένα θρησκευτικό καθήκον που πραγματοποιείται μια φορά το χρόνο για την ικανοποίηση μιας αφηρημένης κανονικής φόρμας, ένας αληθινός «αυτοσκοπός» χωρίς καθόλου πνευματικές συνέπειες ή μια συζήτηση των προβλημάτων κάποιου, (όχι της αμαρτίας του, γιατί μια αμαρτία, μόλις αναγνωριστεί ως τέτοια, παύει να είναι «πρόβλημα»), τα οποία τις περισσότερες φορές δεν έχουν λύση ακριβώς γιατί η μόνη λύση τους θα ήταν η στροφή στην αληθινή Χριστιανοσύνη.


Πρωτοπρεσβύτερος Αλέξανδρος Σμέμαν

Ο έρωτας στα χρόνια της κρίσης


Ο έρωτας στα χρόνια της κρίσης

Δημήτρης Καραγιάννης*
Η οικονομική κρίση μπορεί να είναι γενικευμένη και να αφορά το σύνολο των πολιτών, αλλά βιώνεται ως αίσθηση προσωπικής αποτυχίας που οδηγεί στην καταβαράθρωση της αυτοεκτίμησης, με αποτέλεσμα να επηρεάζεται το σύνολο των εκφράσεων της προσωπικής ύπαρξης και φυσικά και των προσωπικών σχέσεων.
Η απογοήτευση είναι η απώλεια της ικανότητας να γοητεύεις και να γοητεύεσαι. Και αν αφεθείς με μια αφορμή στην απογοήτευση, τότε αυτή διαχέεται στην όλη ύπαρξη. Και τότε η ζωή ισοπεδώνεται, καθώς όλα μοιάζουν δίχως νόημα. Η γκρίνια, το παράπονο, η κατηγόρια, η κούραση, η μιζέρια, η αίσθηση αδικίας είναι τοξικά στοιχεία που δηλητηριάζουν το ερωτικό τοπίο.
Το αυτονομημένο σεξ ως ηρεμιστικό και αντικαταθλιπτικό καλύπτει την αίσθηση απογοήτευσης. Τα κενά της ύπαρξης. Η προσωρινή συγκάλυψη της αίσθησης αποτυχίας.
Όταν κάποιος νοιώθει την αυτοεκτίμησή του να διαλύεται, τότε ζητά την ερωτική σχέση, ώστε να επιβεβαιώνεται. Γι’ αυτό όχι μόνο δεν αναδεικνύει τον σύντροφό του, αλλά αντίθετα τον υποτιμά, έστω και αν επιφανειακά τον φροντίζει. Ο έλεγχος του άλλου δημιουργεί ψευδαίσθηση προσωπικής σημαντικότητας. Γι’ αυτό διαλύεται όταν αμφισβητείται, όταν χάνει το αντικείμενο της επιβεβαίωσής του. Ο Νάρκισσος έχει ανάγκη την Ηχώ, όχι επειδή την αγαπά, αλλά για να του επαναλαμβάνει αυτά που θέλει να ακούει, ώστε να τον επιβεβαιώνει.
Όποιοι στα χρόνια της άνεσης θεωρούσαν ότι άξιζαν, επειδή μέσα από την επίδειξη του πλούτου τους, μπορούσαν να εξαγοράζουν τις σεξουαλικές τους κατακτήσεις, όταν έχασαν την οικονομική τους άνεση, ένιωσαν τον προσωπικό τους ευτελισμό, καθώς κανείς δεν τους επιθυμεί, ενώ αντίθετα δέχονται τον διασυρμό καθώς οι πρώην κατακτήσεις ή οι απατημένοι σύντροφοι τους εκφράζουν την αποστροφή τους.
Η ερωτική ζωή όμως καλλιεργείται. Δεν είναι δοσμένη και μαγική όπως στα κινηματογραφικά έργα. Ο έρωτας είναι άθλημα που απαιτεί την διαρκή άσκηση.
Η διάκριση μεταξύ των ερωτικών ανθρώπων και των καταναλωτών του έρωτα είναι σημαντική. Ο καταναλωτής του έρωτα δεν αντέχει την μακρόχρονη συμπόρευση με τον ίδιο σύντροφο, γιατί δεν αντέχει ούτε τον εαυτό του. Η προσωπική κενότητα μεταφέρεται στη σχέση και στον σύντροφο. Ο έρωτας αποτελεί προσπάθεια αποφυγής του εαυτού και όχι επιθυμία συνάντησης του άλλου. Αναζητεί τον ιδανικό σύντροφο που θα του προσφέρει αυτό που επιθυμεί, δίχως αυτός να συμβάλλει, προσφέροντας κάτι αντίστοιχο.
Ο καταναλωτής του έρωτα δεν μπορεί να εμπιστευτεί εκείνον που θα ερωτευθεί. Οι απανωτές απογοητεύσεις τον κάνουν εκδικητικό. Η μανία της εκδίκησης τον καθιστά κατακτητή.  Ο ερωτισμός του κρατά όσο δεν έχει έλθει σε επαφή με τον πραγματικό άλλο, αφού δεν είναι ικανός να αναδείξει την προοπτική του άλλου.
Δεν υπερασπίζεται τις επιλογές του. Πριν σχετισθεί νιώθει ερωτευμένος και κάνει το κάθε τι για να αποκτήσει το αντικείμενο του πόθου του. Αμέσως μετά νιώθει παγιδευμένος και κάνει το κάθε τι για να δραπετεύσει.
Ο καταναλωτής του έρωτα μιλά για τον έρωτα, αλλά ως αναλώσιμο. Δεν γνωρίζει την ομορφιά της ερωτικότητας που ανανεώνεται, που εξελίσσεται, που μεταλλάσσεται, που μετουσιώνεται. Τελικά η σφοδρότητα της ερωτικής επιθυμίας μεταβάλλεται σε απογοήτευση και πίκρα που τον κατακλύζουν και τον πνίγουν ως αίσθηση ματαιότητας.
Ο ερωτικός άνθρωπος νιώθει να αναβλύζουν μέσα του χιλιάδες διαφορετικές επιθυμίες που αγγίζουν διαφορετικές πλευρές του, αλλά που όλες περικλείουν την βασική επιθυμία για ζωή. Δεν περιορίζει την ερωτική του ικανότητα μόνο στις ερωτικές σχέσεις. Το βλέμμα του αναγνωρίζει την ομορφιά και εκστασιάζεται σε διαφορετικές καταστάσεις.
Ο ερωτικός άνθρωπος δεν αναζητεί λόγους για να απογοητεύεται, αλλά είναι γοητευτικός, καθώς είναι αυθεντικός. Γνωρίζει να μη στέκεται στα φθαρτά στοιχεία της συμπεριφοράς των άλλων, αλλά να σχετίζεται με την ομορφιά των προσώπων τους. Αναδεικνύει τον σύντροφό του. Αγαπώντας, νιώθει να εμπλουτίζεται ο ίδιος.
Ο ερωτικός άνθρωπος είναι αυτός που γνωρίζει να ζει αισθαντικά τη ζωή του, ανεξάρτητα από τις όποιες αντιξοότητες. Οι δυσκολίες στην ανθρώπινη ύπαρξη, θα υπάρχουν και μετά την οικονομική κρίση, αλλά όσοι θα έχουν ατσαλώσει στις δυσκολίες, θα έχουν κατακτήσει και νέα εφόδια για την κατάκτηση της σοφίας.
*Ο Δημήτρης Καραγιάννης είναι Παιδοψυχίατρος-Ψυχοθεραπευτής, Δ/ντής του Κέντρου Παιδοψυχικής Υγιεινής, Διδάκτωρ του Δημοκρίτειου Πανεπιστημίου.

Τετάρτη 12 Σεπτεμβρίου 2012

πριγκιπισσες

Χτίζεις Χτίζεις Χτίζεις ένα επιβλητικό κάστρο πολυτελές κ απόρθητο. Τα χρόνια περνούν κ διαπιστώνεις ότι δεν έχεις πριγκίπισσα. Διαλέγεις μια περαστική. Όμως να ξέρεις ότι καλύτερα ειναι να ζεις σε μια ταπεινή αγροικία με μια αληθινή πριγκίπισσα αρκεί να την έχετε χτίσει μαζί. Στην πρώτη περίπτωση κινδυνεύεις να βρεις όταν γυρνάς απ τα ταξίδια σου κάποιον άλλο κάτω από το πουπουλένιο πάπλωμα. Ενώ στη δεύτερη, για το μόνο που θα ανησυχείς θα είναι μην βρεθεί κανένα μπιζέλι κάτω από το στρώμα (...γιατί άμα δεν κάνει καλό ύπνο η πριγκίπισσα πως να μην βασιλέψουν τα ματάκια της, κι ας σε κοιτάζουν με λατρεία, και πώς να αναδυθεί ο ήλιος της μες απ τα σκοτεινά σου τα φιλιά;).

Δευτέρα 30 Απριλίου 2012

  

 





διανθίζοντας το έαρ


Έβρεξε αυτές τις μέρες, όσο έβρεξε και έναν ολόκληρο χειμώνα. Τις νύχτες ο ουρανός παρασκεύαζε τη δροσιά της επόμενης μέρας με ακριβά αρώματα και μυστικά υγρά και καμιά φορά δοκίμαζε πρόωρα τις χημείες του, ανοίγοντας τους κρουνούς μιας ύπαρξης τόσο μα τόσο διψασμένης για λύτρωση ή καθαρμό. Κάτι είναι και αυτό: να ξυπνάς από τον ήχο της βροχής μέσα στη νύχτα, να σηκώνεσαι και να εισπνέεις δροσερή υγρασία, να βλέπεις τα φώτα που επιμένουν στο βρεγμένο δρόμο και να ακούς τη μουσική των σταγόνων, μουσική που άκουγες πάντα ευχάριστα.

Τέτοιες στιγμές το μυαλό βάζει δυναμίτες στις παραδεδομένες (και παραδαρμένες) βεβαιότητες και παίρνει φωτιά από την αγωνία του αείροου χρόνου και τον αγώνα της μηδέποτε πληρωθείσας πληρότητας. Πιο απλά: για όποιον προτίθεται να αναγνωρίσει τα λάθη και τις πλάνες του, ο κόσμος θα ακροβατεί πάνω στη μοναδική στιγμή του να αλλάξει τη ζωή του ή να τη συνεχίσει πανομοιότυπη και αύριο, αλλάζοντας απλώς πλευρό στη ζεστή κουβέρτα των ψευδαισθήσεών του.
Ή αλλιώς: ο ύπνος επιμηκύνει τη ζωή, γι’ αυτό και ο κόσμος θα ανήκει στους ηλίθιους. Οι έξ-υπνοι θα καταλαβαίνουν τόσα, ώστε να μετατρέπονται σε δυστυχισμένες συνειδήσεις, στο μέτρο που διαρκώς θα αντιλαμβάνονται την ατέλεια ή την προβληματικότητα και διαρκώς θα προδίδονται από την ανεπάρκεια των όποιων δράσεων.
Ο κόσμος δεν είναι πάντα στο χέρι σου και έχεις ανάγκη τους άλλους, για μια πράξη της προκοπής.

Κατά τα άλλα η αδημονία μιας Άνοιξης σε πληρότητα είναι διάχυτη στον αέρα, αδημονία γι’ αυτό το άνοιγμα των πραγμάτων, του καιρού και της φύσης, άνοιγμα και υπόσχεση για μια επιτέλους ζωή στον πολιτισμό των Σαββατοκύριακων αλλά και των πορτοκαλί απογευμάτων. Ώρες που παίρνει κανείς τα πόδια ή το αυτοκίνητο και περιπλανιέται στα χωράφια, στα βουνά, στους δρόμους και στις έρημες παραλίες, μ’ έναν Vivaldi σφηνωμένο στο μυαλό ή μ’ ένα ατέρμονο lounge να διαλύει τους μύες και να ξεσφίγγει τα δόντια. Τι άλλο άραγε θέλει ο άνθρωπος, πέρα από μερικές στιγμές ηρεμίας, λίγον ορίζοντα ανοιχτό, μια παύση από τη μέριμνα, κάποια επαφή με τη γη, ένα κομμάτι ψωμί και τυρί;

Σύννεφα που κυνηγιούνται στον ουρανό, το ξετύλιγμα από τα φύλλα των δέντρων, η χλόη που την παρατηρείς να μεγαλώνει ανύποπτα μέρα με τη μέρα (όπως όλοι άλλωστε), εξορμήσεις σε δασικούς δρόμους με το φως να παίζει στις φυλλωσιές, ατελείωτες παραλίες με καθαρό βάθος και ακίνητα καράβια, υψώματα πολύχρωμα απ’ όπου ο Βαν Γκογκ οικονόμησε τη ζωή του, πετρίτες στον ουρανό και διάχυση του φωτός. Το φως, το φως, το φως που αυτουργεί. Ο δράστης των περιστάσεων.
Τα Αιγαιοπελαγίτικα, η Σάνη, η Σωζόπολη, η ακτή της Καλογριάς, το Πόρτο Κουφό, η Ουρανούπολη, η Βαρβάρα, το Κελί, τα Πυργαδίκια, η Μεταμόρφωση, η Κουτσούφλιανη, το Αρκοχώρι, τα Πηγάδια τότε και τώρα και πάντα, μέχρι το τέλος του μετρήσιμου χρόνου.

Ακούγονται κάπως αυτά στους καιρούς των αστικών περιπτύξεων και της λεγόμενης κρίσης, αλλά το ζήτημα είναι πως το τσιμέντο ήταν πάντα εκεί, στο μυαλό, και η κρίση είναι πια ο κλονισμός από την επίγνωση του πώς θα έπρεπε να ζεις και πώς τελικά έζησες. Και το ζήτημα είναι πια να ξαναβρείς τον εαυτό σου, αυτόν που χάθηκε μέσα στην αυταπάτη των αλαζονικών σου βεβαιοτήτων, να βρεις το κάλλος ενός κάλλιστου κόσμου που περιμένει βασανιστικά τα χρόνια για να ανακαλυφθεί, να αναγνωριστεί, να δικαιωθεί, να ανθίσει.
Μέχρι το τέλος του μετρήσιμου χρόνου.


Κωνσταντίνος Ν. Καρεμφύλλης

  


In Lisse, Netherlands, photo by Robin Utrecht

  
e.keimena@yahoo.gr

 

Τρίτη 17 Απριλίου 2012

ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΝΕΣΤΗ!

Καλή και ευλογημένη Ανάσταση !
ΧΑΙΡΕΤΕ! – ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΝΕΣΤΗ!
ναστάσιμος χαιρετισμός, πού διαμορφώθηκε στήν λληνική γλσσα καί μεταδόθηκε σ’ λους τούς ρθοδόξους καί στόν πόλοιπο χριστιανικό κόσμο, εναι τό «ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΝΕΣΤΗ»! Δέν εναι λόγος εχς, λλά χαιρετισμός καί διακήρυξη τς πίστεως στό γεγονός τς νάστασης το Χριστο, μέ ,τι ατό συνεπάγεται γιά τόν πιστό στόν Χριστό νθρωπο. Πόσοι μως γνωρίζουμε τι ναστάσιμος χαιρετισμός το Χριστο, μέσως μετά τήν νάστασή Του, εναι (καί πάλι) λληνικός λόγος «Χαίρετε»! Μέ ατό τόν χαιρετισμό πευθύνεται ναστάς Χριστός στίς Μυροφόρες, μόλις βγκαν πό τό «κενό μνημεο» (Ματθ. 28, 8-9). συνήθης ατή λληνική προσφώνηση, πό τήν ποχή τν μηρικν πν, ποκτ μιάν διαίτερη πνευματική καί χριστιανική σημασία. λέξη νανοηματοδοτεται, ντασσόμενη σέ να καθαρά γιοπνευματικό πλαίσιο, καί γίνεται τό πρτο «ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΝΕΣΤΗ» τς χριστιανικς στορίας.
 
Ο Μυροφόρες βγαίνουν πό τό μνημεο, στό ποο πγαν, γιά νά τελέσουν τά συνήθη νεκρικά θιμα στόν νεκρό Χριστό, μέ νάμικτα συναισθήματα «φόβου καί χαρς» (Ματθ, 28, 8), κάτι τό φυσιολογικό στή συνταρακτική πνευματική μπειρία, πού ζησαν, κούοντας πό τόν γγελο, τι Κύριός τους «γέρθη πό τν νεκρν» (στ.7). λόγος, λοιπόν, το Χριστο πρός ατές «Χαίρετε», ποκτ εδική σημασία, πού μπορε νά προσδιορισθε μέ τά κόλουθα λόγια: «Μή φοβεσθε (Ματθ. 28, 5), λλά χαίρετε! Νά ασθάνεσθε χαρά, διότι νάσταση, ς κφραση τς γάπης το Θεο, νικ τόν φόβο (Α’ ω. 1,18), λλά καί τόν θάνατο, κάθε εδος θανάτου, διότι εναι πηγή ζως, ζως αωνίου. κ το τάφου νέτειλε ζωή καί λπίδα».
νάσταση το Χριστο εναι, τσι, πηγή χαρς καί δέν μπορε νά κφρασθε ποδοτικότερα παρά μέ τόν (λληνικό) χαιρετισμό «Χαίρετε»! λέξη δέχεται χριστιανικά μιάν πέροχη πέρβαση. Δέν μένει στήν νδοϊστορική πραγματικότητα, σχετιζόμενη μέ πρόσκαιρα γαθά («χαίρε, γίαινε», καί σήμερα «γειά-χαρά»), λλά συνδεόμενη μέ περφυσικές μπειρίες, πως μετοχή στήν νάσταση το Χριστο καί βεβαιότητα γιά τήν νίκη πάνω στό θάνατο καί τήν ξουσία του στόν φθαρτό τοτο κόσμο.
πιστός στόν Χριστό λληνας χει σαφ γνώση, τι μέ τήν προσφώνηση «Χαίρετε», πού παναλαμβάνει πολλές φορές τήν μέρα, προσφωνε τούς λλους μέ τόν ναστάσιμο λόγο το Χριστο καλώντας τους στή μετοχή στό γεγονός τς νάστασης. Λέγοντας «Χαίρετε», γνώριζε τι λέγεις «Χριστός νέστη» μέ να λλο τρόπο.

 «ΕΝΟΡΙΑΚΗ ΕΥΛΟΓΙΑ» πρίλιος 2012 ριθμ. Τεχους 118

Πέμπτη 29 Μαρτίου 2012

"Ο Θεός πέθανε" - ζήτω ο Μολώχ!

E-mailΕκτύπωσηPDF
Θεόδωρος Ζιάκας    
Απ' όλα τα κατά καιρούς δημοσιεύματα στο Αντίφωνο, το μεγαλύτερο ενδιαφέρον στους σχολιαστές προκαλούν όσα επικεντρώνονται στην αντίθεση θεϊσμού-αθεϊσμού. Οι "άθεοί" μας, βαθύτατα πεπεισμένοι ότι "ο Θεός πέθανε" και ότι η ύπαρξή του είναι "ασυμβίβαστη με την επιστήμη", περνούν από γενεές δεκατέσσερις όσους προσπαθούν να αρθρώσουν αντίλογο. Κι αυτοί οι κακόμοιροι τους ακολουθούν στον τρόπο που οι "άθεοι" (τρομάρα τους) θέτουν το ζήτημα. Το αποτέλεσμα είναι απίστευτο. Αναπαράγεται μια διαπάλη εντελώς εκτός τόπου και χρόνου. Επειδή η εικόνα δεν μας τιμά καθόλου, προτείνω στους περί το θέμα παλαιστές, να διαβάσουν αν όχι όλο  το βιβλίο του Ζακ Ελλύλ, Μεταμόρφωση του αστού (εκδ. Νησίδες 2008), έστω την σελίδα 156 την οποία και παραθέτω: 
<<Θα μπορούσα να ξαναπιάσω κάθε συστατικό στοιχείο της κοινωνίας μας και να ξαναβρὡ για το καθένα την ακόλουθη συμφωνία σε τέσσερις κινήσεις, κάθε φορά τελείως ενορχηστρωμένη:
  1. Μια αύξηση της στερεότητας, της ακαμψίας, της αποτελεσματικότητας των συστημάτων και των δομών.
  2. Μια προσποιητή αδιαφορία του ανθρώπου απέναντί τους, θεωρώντας ότι, αφού τα πράγματα είναι έτσι, δεν θα μπορούσαν να είναι διαφορετικά.
  3. Μια παθιάζουσα και παθιασμένη ιδεολογική μάχη, με αμφισβήτηση εικόνων, πεποιθήσεων ή γεγονότων που έχουν ήδη ξεπεραστεί.
  4. Τέλος, η διαβεβαίωση ότι εκεί έγκειται η πραγματικότητα, το μόνο σημαντικό στοιχείο, το αληθινό πρόβλημα, το κέντρο του κόσμου και της κοινωνίας.

Αυτήν ακριβώς τη συμφωνία σε τέσσερις κινήσεις ονομάζω κυριολεκτικά ιδεολογία του μηδενός. Ο άνθρωπος αποδίδει την έσχατη σημασία σ' αυτό το οποίο έχει υπό τον έλεγχό του, σ' αυτό που ξέρει πως μπορεί να τροποποιήσει κατά βούληση ή να αρνηθεί. Πώς θα έκανε διαφορετικά; Έχει εδὡ και δύο αιώνες αποκτήσει τη βεβαιότητα της αυτονομίας του, της ελευθερίας του, της παντοδυναμίας του. Έχει μάθει να τροποποιεί τον κόσμο με τα εργαλεία του, έχει περιορίσει με την κριτική του κάθε δυνατότητα για άλλες διεξόδους. Και όταν ψάχνει να βρει από πού θα ερχόταν η βοήθεια, τώρα μπορεί μόνο να κοιταχτεί στον καθρέφτη και να σκεφτεί: «μόνον από εμένα». Πῶς θα μπορούσε να υποφέρει μια κατάσταση που αμφισβητεί την πραγματικότητά του; Απεναντίας, ποια ανωτερότητα δεν επιβεβαιώνει ακόμη όταν ο ίδιος αμφισβητεί τον εαυτό του;
Αλλά όχι στ' αλήθεια. Αυτό που θα αμφισβητήσει είναι μια έννοια του ανθρώπου - διόλου το έργο του.
'Ετσι, είμαστε πάρα πολύ περήφανοι που σκοτὡσαμε τον Θεό. Κακόμοιροι αθώοι! Ο Θεός απλώς έχει γίνει άλλος. Ἐχει ξαναγίνει Μολὡχ. Γιατί ο πραγματικός θεός της εποχής μας είναι η αγία Τριάδα Κράτος-Εργασία-Τεχνική, που απαιτεί από εσάς τα πάντα, παρέχοντάς σας κυριολεκτικά μια κάποια θεία χάρη. Αυτόν έπρεπε να σκοτὡσουμε! 'Οχι τον σκουληκοφαγωμένο γέροντα της Γενέσεως. Αλλά, απεναντίας, η επιχείρηση «θάνατος του Θεού» επιτρέπει να παραδοθούμε ολοκληρωτικά στον Μολώχ. [...]
Και αν επιμένω, αν φτάνω να δείξω ότι όλο το θρησκευτικό φαινόμενο έχει μεταβιβαστεί σ° αυτές τις συγκεκριμένες και φοβερές πραγματικότητες, τότε βλέπω τον συνομιλητή μου να αλλάζει ύφος, να με κοιτάζει με συμπόνια ή οργή ανάλογα με την ιδιοσυγκρασία του, και μετά να απομακρύνεται ακροποδητί. °Ετσι, η διακήρυξη του θανάτου του θεού επιτρέπει στη σκληρή συγκεκριμένη ανελέητη πραγματικότητα του κόσμου τούτου να παρουσιαστεί σαν Θεός, να λατρεύεται, να υπηρετείται -ποιος λοιπόν θα τολμούσε να της επιτεθεί και στο όνομα τίνος;- αφού ίσα-ίσα ο Θεός είναι νεκρός!>>

Πέμπτη 22 Μαρτίου 2012

ΓΙΑΤΙ Η ΓΥΝΑΙΚΑ ΔΕΝ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΓΙΝΕΙ ΙΕΡΕΑΣ

 

Μιλᾶμε, ἀδελφοί χριστιανοί, γιά τήν ἰσοτιμία τῶν δύο φύλων, ὅτι δηλαδή ὁ
ἄνδρας καί ἡ γυναίκα εἶναι ἰσότιμοι καί δέν ὑπερτερεῖ ὁ ἕνας ἔναντι τοῦ ἄλλου.
Ἀλλά ἄν ἡ γυναίκα εἶναι ἰσότιμη μέ τόν ἄνδρα, τότε γιατί ὁ Ἀπόστολος Παῦλος
λέει «ἡ γυναίκα νά φοβᾶται τόν ἄνδρα»; Σ᾽ αὐτό τό ἐρώτημα ἀπαντήσαμε μέ
τό προηγούμενο κήρυγμά μας. Ἀλλά καί ἕνα ἄλλο δεύτερο σχετικό ἐρώτημα προβάλλει: Γιατί ἡ γυναίκα δέν μπορεῖ νά γίνει ἱερεύς ὅπως καί ὁ ἄνδρας, ἀφοῦ εἶναι ἰσότιμη μέ αὐτόν; Σ᾽ αὐτό τό ἐρώτημα θά ἀφιερώσω τό σημερινό  μου κήρυγμα, ἀδελφοί, καί παρακαλῶ πολύ νά τό προσέξετε. Ἀπό τήν ἀρχή ὅμως σᾶς λέγω ὅτι τό θέμα αὐτό εἶναι βαθύ, χρειάζεται μελέτη πολλή καί ὁμολογῶ ὅτι δέν την ἔχω κάνει τήν μελέτη αὐτή. Μερικά μόνο, δυό-τρία πράγματα, θά πῶ στό σοβαρό αὐτό θέμα, πού τά θεωρῶ ἰσχυρά.

1. Τό πρῶτο ἐπιχείρημα στό γιατί ἡ γυναίκα δέν μπορεῖ νά γίνει ἱερεύς, τό
παίρνω ἀπό τήν παράδοση τῆς Ἐκκλησίας μας. Πουθενά, οὔτε στήν Ἁγία Γραφή οὔτε στά βιβλία τῶν ἁγίων Πατέρων ἤ στά ἱερά Συναξάρια, πουθενά, λέγω, δεν βλέπουμε τήν γυναίκα νά λειτουργεῖ ὡς ἱερέας. Μόνο στήν εἰδωλολατρία φαίνεται ἡ γυναίκα ὡς ἱέρεια.

2. Δεύτερο ἐπιχείρημα: Ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ πού σαρκώθηκε στήν Κοιλία τῆς
Παναγίας μας, ὁ Ἀρχιερέας Χριστός, ἔλαβε ἀνδρώα φύση, γι᾽ αὐτό καί περιε-
τμήθη. Μήν πεῖ ὅμως κανένας ὅτι σώθηκαν μόνο οἱ ἄνδρες καί ὄχι οἱ γυναῖκες,
ἐπειδή ὁ Χριστός ἔλαβε φύση ἀνδρός. Ὄχι, γιατί ἡ ἀνδρώα φύση ἐκφράζει ὅλη τήν ἀνθρώπινη φύση. Θυμηθεῖτε αὐτό πού σᾶς ἔλεγα ἄλλοτε ὅτι τά δύο φύλα δημιουργήθηκαν στήν ἀρχή ἑνοποιημένα, μέ ἀνδρώα ὅμως φύση: Ὁ Ἀδάμ. Και ὅταν λοιπόν ὁ ἄνδρας ὡς ἱερεύς ὑπηρετεῖ τόν Θεό, τόν ἱερατεύει ὅλη ἡ ἀνθρώπινη φύση καί ὄχι ὁ ἄνδρας μόνο. Γι᾽ αὐτό πού σᾶς λέω, γιά τήν συμπερίληψη δηλαδή καί τῆς γυναικείας φύσεως στόν ἄνδρα, θά σᾶς ἀναφέρω ἕνα παράδειγμα ἀπό την Ἁγία Γραφή: Ὅταν ὁ Ἰωσήφ διηγήθηκε στόν πατέρα του τό θεϊκό ὄνειρο πού εἶδε, ὅτι τόν προσκυνοῦσαν ὁ ἥλιος, ἡ σελήνη καί οἱ ἕνδεκα ἀστέρες, ὁ πατέρας Ἰακώβ τό ἑρμήνευσε σωστά, ὅτι θά τόν προσκυνήσουν ὁ πατέρας του, ἡ μητέρα του καί τά ἕνδεκα ἀδέλφια του (βλ. Γεν. 37,10). Καί πραγματικά, ὅπως γνωρίζουμε ἀπό τήν ἱστορία τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, τόν Ἰωσήφ, πού ἔγινε ἀντιβασιλέας τῆς Αἰγύπτου, τόν προσκύνησαν τά ἀδέλφια του, ὁ πατέρας του, δέν τον προσκύνησε ὅμως ἡ μητέρα του, γιατί αὐτή εἶχε πεθάνει! Τί λοιπόν; Δέν ἐκπληρώθηκε ἀκριβῶς τό θεϊκό ὄνειρο; Καί βέβαια ἐκπληρώθηκε, λέγει ὁ ἱερός Χρυσόστομος! Γιατί ὁ ἄνδρας καί ἡ γυναίκα εἶναι ἕνα πράγμα στόν γάμο. Ἀφοῦ λοιπόν προσκύνησε τόν Ἰωσήφ ἡ κεφαλή, δηλαδή ὁ Ἰακώβ, τόν προσκύνησε καί τό ὑπόλοιπο σῶμα, δηλαδή ἡ γυναίκα του, ἡ μητέρα τοῦ Ἰωσήφ, ἡ Ραχήλ. «Ἐπεί οὖν
κεφαλή τῆς γυναικός ὁ ἀνήρ, “καί ἔσονται, φησίν, οἱ δύο εἰς σάρκα μίαν”· τῆς
κεφαλῆς προσκυνησάσης, δηλονότι καί τό σῶμα ἅπαν ταύτῃ εἵπετο».1 Ἄνδρας λοιπόν γίνεται ἱερεύς καί ἱερατεύει τόν Θεό, ἀλλά στόν ἄνδρα συμπεριλαμβάνεται καί ἡ γυναίκα. Ἡ δέ γυναίκα προσφέρει τά δῶρα στόν ἱερέα, γιά νά τά προσκομίσει αὐτός στόν Θεό. Ὥστε λοιπόν στήν προετοιμασία γιά τήν Θεία Λειτουργία περιλαμβάνεται καί ἡ εὐλαβής γυναίκα, ἡ ὁποία ζυμώνει τό πρόσφορο γιά νά το φέρει στόν ἱερέα.

3. Τρίτο ἐπιχείρημα: ἱερεύς εἶναι ἀνώτερος ὅλων, εἶναι ἄρχοντας, γιατί
ἱερωσύνη εἶναι πραγματικά ὑψηλοτέρα πάντων. Διοικεῖ λοιπόν ὁ ἱερεύς στήν
Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ, ὡς μέτοχος στό ἀρχιερατικό, προφητικό καί βασιλικό
ἀξίωμα τοῦ Χριστοῦ. Αὐτό ὅμως δέν μπορεῖ νά λεχθεῖ γιά τήν γυναίκα, ὡς ἱέρεια, γιατί ἡ γυναίκα εἶναι σέ ἐπιτίμιο νά κυριεύεται ἀπό τόν ἄνδρα καί ὄχι νά αὐθεντεύει αὐτοῦ (βλ. Γεν. 3,16. Α΄ Τιμ. 2,12). Καί μέσα στήν παραδείσια κατάσταση, πού τά δύο φύλα εἶναι ἰσότιμα, ἡ γυναίκα δέν πρέπει νά λησμονεῖ τό ἐπιτίμιό της, τό «πρός τόν ἄνδρα ἡ ἀποστροφή σου καί αὐτός σου κυριεύσει», γιατί στήν πραγματικότητα εἴμαστε στήν πτωτική κατάσταση. Γι᾽ αὐτό καί ὁ ἀπόστολος λέγει «ἡ δέ γυνή ἵνα φοβῆται τόν ἄνδρα», μέ τόν ἀντιθετικό σύνδεσμο «δέ». Δηλαδή: Ναί μέν ἡ γυναίκα εἶναι ἰσότιμη μέ τόν ἄνδρα, ναί μέν ἡ σχέση της μέ τόν ἄνδρα στόν γάμο εἶναι στενή καί ἱερή, ὅσο ἡ σχέση Χριστοῦ καί Ἐκκλησίας, ἀλλά δεν πρέπει αὐτή νά λησμονεῖ τήν ὑποταγή της σ᾽ αὐτόν. Ἡ γυναίκα, λοιπόν, λόγω τοῦ ἐπιτιμίου της, πού ἔλαβε κατά τήν πτώση, δέν μπορεῖ νά γίνει ἱερέας, γιατί δέν μπορεῖ νά ἄρχει στήν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ.

4. Τέλος, λέγουμε ὅτι ἡ γυναίκα δέν μπορεῖ νά γίνει ἱερέας, γιατί κατά τήν
φύση της ἐκφράζει περισσότερο τήν πτωτική κατάσταση. Ἔτσι διαβάζουμε στο Ἱερό Πηδάλιο ὅτι οἱ Πατέρες ἐμπόδισαν τήν γυναίκα νά εἰσέρχεται στό ἱερό βῆμα καί νά ὑπηρετεῖ στά Μυστήρια «διά τήν τῶν καταμηνίων κάκωσιν», γιά την μηνιαία ἀδιαθεσία της.2 Ἐχειροθετεῖτο δέ παλαιότερα ἡ γυναίκα διάκονος, ἡ διακονία της ὅμως δέν ἦταν, ὅπως τοῦ ἄνδρα διακόνου, μέσα στό ἱερό Βῆμα, ἀλλά ἔξω ἀπό αὐτό. Ἡ διάκονος γυναίκα βοηθοῦσε κατά τήν βάπτιση τῶν γυναικῶν ἤ σέ ἄλλες ὑπηρεσίες, πού ἦταν ἀνάρμοστο νά ὑπηρετεῖ ὁ ἄνδρας διάκονος, ἐκτός ὅμως τοῦ ἱεροῦ Βήματος.

5. Ἄς μή ζητάει λοιπόν ἡ γυναίκα νά γίνει ἱερεύς, πράγμα πού δέν ἔγινε ποτέ
στήν Ἐκκλησία μας. Ἄς μήν ξεχνάει ἡ γυναίκα ὅτι σάν μητέρα μπορεῖ νά κάνει
τό παιδί της ἱερέα ἤ ὅτι καί ἡ ἴδια ἄν τό θέλει, μπορεῖ νά φορέσει τό τίμιο ράσο καί νά γίνει μοναχή. Μία τοιαύτη παρθένον, ἀφιερωμένη στόν Χριστό, ὁ ἱερός Χρυσόστομος, θαυμάζοντάς την, λέγει: «Ὤ τήν ἱέρειαν»!

1. Εἰς τήν Γένεσιν, ὁμιλία ΞΣΤ΄, εἰς ΑΑΠ 51,630D, σ. 177.
2. Βλ. Πηδάλιον, ἔκδοσις «Ἀστήρ», σ. 150 (ὑποσημείωση).

Απόσπασμα από το περιοδικό «Απλή Κατήχηση»
Τεύχος Ιούλιος-Αὔγουστος 2011 – Ἀριθμ. 52
http://imgortmeg.gr/index.php?option=com_docman&Itemid=10