
Gustave Caillebotte, Rooftops Under Snow, 1878, Musée d'Orsay
ζωή από την αρχή
“Il faut du temps au temps et la manière
Pour que deux amants restent de pierre,
Et si de temps en temps ce goût amer
Était le fruit de nos prières?’’
Pour que deux amants restent de pierre,
Et si de temps en temps ce goût amer
Était le fruit de nos prières?’’
Μ’ αρέσει ο καιρός πριν τα Χριστούγεννα. Το διάστημα της ετοιμασίας. Η αναμονή που μετατρέπεται σε αδημονία. Το παιδί που χοροπηδάει από χαρά μπροστά στο δέντρο. Το τραινάκι που κουβαλάει χρωματιστές πέτρες. Τα σχέδια και πιθανόν οι ανοιχτοί χάρτες. Η καινούργια ζάλη. Το φως της οθόνης του υπολογιστή, με πιθανούς προορισμούς στην περιοχή αναζήτησης. Οι κατάλογοι με τα δώρα (λιγοστά φέτος). Αυτά, τα σενάρια και οι σκηνοθεσίες της ζωής που τόσο έχουν λείψει. Το δικαίωμα να ονειρεύεσαι. Οι φωτοσωλήνες τις νύχτες. Έλκηθρα από χώρες του Βορρά και κατάλογοι με βιβλία που θα ήθελες να διαβάσεις. Οι πωλητές χριστουγεννιάτικων δέντρων από τον Ταξιάρχη και η φωτιά που ανάβουν σε βαρέλια για να ζεσταθούν. Μ’ αρέσουν οι μέρες όπου όλους τους έχει καταλάβει μια γλυκιά ανησυχία.
Θα είναι δύσκολα φέτος. Το βλέπεις στα πρόσωπα και τις κινήσεις. Σαν κάτι να έχει γραπωθεί στην καρδιά και να μην την αφήνει να χαρεί. Αλλά πάλι, ήταν και άλλοτε δύσκολα. Ή ακόμη, ίσως να είναι μια ευκαιρία, για να πάρεις κάποια πράγματα από την αρχή. Όταν χαθείς επιστρέφεις εκεί απ’ όπου χάθηκες και κοιτάς ξανά τα δεδομένα. Τις ονομασίες των δρόμων και τα σημάδια. Υπάρχει το ταξίδι και ο προορισμός. Και η ζωή, που εξακολουθεί να είναι όμορφη.
Μ’ αρέσει η ανησυχία της Παραμονής των Χριστουγέννων. Είναι όλοι έξω. Κι αν δεν είναι, κάποια στιγμή θα βγουν. Ένα πολύχρωμο, πολύβουο μελίσσι που χαίρεται: από την πολυκοσμία, από την αργία, από την ξένοιαστη ζωή, από τη μέρα, από τους καφέδες, από τις κουβέντες, από τα ψώνια, από τα δώρα, από αυτό το μοίρασμα της χαράς. Οι βόλτες χωρίς σκοπό και χωρίς τίποτα στο κεφάλι, παρά μόνο το τώρα, λίγο το αύριο και λίγο που έχει ο Θεός. Τα παιδιά για τα κάλαντα: αυτή η αμήχανη παραφωνία. Οι πόρτες των πολυκατοικιών είναι απρόσωπες πια. Και έχουν και ματάκια. Και το φως του διαδρόμου σβήνει στα 50 δεύτερα κι είναι μοναξιά να μη σου ανοίγουν.
Παραμονή στο χωριό, παραμονή στην πόλη και παραμονή στις πόλεις του κόσμου. Οι εκδοχές και οι δυνατότητες της ζωής. Στα χωριά τα πράγματα είναι ήσυχα. Παίρνεις το αυτοκίνητο και πηγαίνεις σε κάποιο βουνό, στη θάλασσα ή σε κανένα ποτάμι, με σοκολάτα στην τσέπη και κανένα μικρό βιβλίο. Συμφιλιώνεσαι. Στην πόλη παροξυσμός. Μετέχεις στο πανηγύρι, γυρίζεις στο κέντρο, χαίρεσαι τα φώτα, την οχλαγωγία, τις βιτρίνες και γελάς. Θυμάσαι την αγάπη, που τόσο την πλήγωσες. Στις πόλεις του κόσμου, απλώς ονειρεύεσαι. Με μάτια ανοιχτά. Σκέφτεσαι πώς είναι η ζωή σου και πώς θα έπρεπε να είναι. Και ξαναπαίρνεις τη ζωή σου απ’ την αρχή. Κερδίζεις χρόνο.
Μ’ αρέσουν οι άνθρωποι την παραμονή των Χριστουγέννων. Δεν είναι μίζεροι και αγαπούν λίγο περισσότερο.
Μ’ αρέσει η λειτουργία των Χριστουγέννων στις μικρές εκκλησίες. Τα βήματα που αντηχούν μέσα στη νύχτα, πριν τα χαράματα. Το πρωινό κρύο. Η ομίχλη και η υγρασία στις θαμπές λάμπες. Τα βαριά παλτά. Οι ψάλτες οι ντυμένοι με μαύρα κουστούμια από άλλες εποχές, κάποιο παλιομοδίτικο μουστάκι και το βλέμμα το άγρυπνο για τα νεύματα του παπά. Η μυρωδιά από το θυμιατό. Ο λιγοστός κόσμος. Ένα στασίδι που χτυπάει μέσα στην ησυχία, μια ασυμμετρία στη συλλογική κατάνυξη. Και μια χαρά για όσους απέμειναν να πιστεύουν. Χριστός γεννάται δοξάσατε. Πού χάθηκαν όλα αυτά; Έξω ξημερώνει. Μεγάλο μυστήριο το φως, η αυγή, τα πρωινά του κόσμου και η ελπίδα. Το αντίδωρο στο χέρι και ο μέσα καταυγασμός. Μ’ αρέσουν οι μικρές εκκλησίες των χαμένων στο πουθενά χωριών, όπου ξαναπαίρνει κανείς τη ζωή του απ’ την αρχή. Ανανεώνει το χρόνο.
Μ’ αρέσουν τ’ απομεσήμερα των Χριστουγέννων. Στο σπίτι μια απολαυστική ηρεμία. Ακόμη και τα λαμπάκια στο δέντρο επιμένουν μονότονα στο πολύχρωμο lento της ζωής. Έξω κάποιος ήχος από το κόψιμο ξύλων ή από κανένα περαστικό αυτοκίνητο. Οι περισσότεροι κοιμούνται βαθιά, ζαλισμένοι από το κρασί. Η αγάπη ανασαίνει βαριά στα ζεστά δωμάτια. Τώρα ησύχασε. Η ζωή σου είναι σε κίνδυνο έτσι και αλλιώς. Τι ωφελεί να ανησυχείς, τη στιγμή που δεν μπορείς να κάνεις τίποτα για το απρόοπτο και την «περιπέτεια»; Σήμερα είσαι αύριο δεν είσαι. Είχε κανείς τρομερότερη βεβαιότητα; Κοίταξε και αυτούς που τα απέκτησαν όλα και όλα ήθελαν να τα έχουν υπό έλεγχο. Το παιδί τους δεν τους μιλάει και η επιχείρηση φαλίρισε. Λοιπόν; Λοιπόν απόλαυσε το χαοτικό και κοίτα να επωφεληθείς από την ουσία του: το επιθυμητό δεν είναι παρά η προσωπίδα του πραγματικού. Το ιδεατό θα είναι, η επιθυμία να δώσει τη μορφή στο πραγματικό. Η αίρεση, το πραγματικό που μπορεί να δώσει μορφή στην επιθυμία. Και τότε δεν έχεις παρά να αποφασίσεις αν θα επιθυμείς μόνο αυτά που μπορείς ή αν θα εξακολουθείς να επιθυμείς, δίχως να δίνεις δεκάρα για το τι μπορείς και τι όχι. Πείσμων και γενναίος, μέχρι το τέλος του κόσμου. Μπορεί να ονειρεύεσαι και ξύπνιος. Αυτό, είναι μια πραγματικότητα.
Μ’ αρέσουν τα απογεύματα των Χριστουγέννων, τότε που ο ροοστάτης του κόσμου σβήνει απαλά, για την έλευση μιας τρυφερής νύχτας. Θα ανοίξεις την πόρτα και θα βγεις έξω. Ένας κρύος αέρας θα παγώσει το πρόσωπο. Θα περπατήσεις για ώρα μέσα στους ήσυχους δρόμους.
Και θα σκεφτείς ότι η λεγόμενη «γαλήνη» είναι πάντα ο εντοπισμός της θέσης σου στη γεωγραφία του κόσμου.
Κωνσταντίνος Ν. Καρεμφύλλης
