Παρασκευή 3 Ιουνίου 2011

Η αληθινή ενότητα

Η αληθινή ενότητα


Η  ΑΛΗΘΙΝΗ  ΕΝΟΤΗΤΑ

«... μέχρι καταντήσωμεν οι πάντες
εις την ενότητα της πίστεως και της
επιγνώσεως του Υιού του Θεού»
Ο λόγος για την ενότητα των Χριστιανών αγγίζει τις λεπτότερες χορδές κάθε χριστιανικής καρδιάς. Γιατί αναφέρεται στο κέντρο της ζωής της Εκκλησίας και της αποστολής της. Η μεγάλη εκείνη ευχή -υποθήκη του Χριστού μας στην αρχιερατική προσευχή Του «... ίνα πάντες εν ώσι» (Ιωάν. ιζ' 21), που έγινε καθημερινή προσευχή της Εκκλησίας («... και υπέρ της των πάντων ενώσεως... δεηθώμεν»), επιβεβαιώνει πανηγυρικά το γεγονός αυτό, που γίνεται περισσότερο αισθητό από τη θέα του δράματος του διαιρεμένου χριστιανικού κόσμου και των ποικιλώνυμων ενωτικών προσπαθειών. Αν μάλιστα φέρουμε στο νου μας και μερικές σχισματικές -αληθινά τραυματικές- καταστάσεις, που έχουμε και μέσα στην Ορθοδοξία, όπως ακόμη τις τόσο συχνές ασυμφωνίες και διενέξεις μεταξύ μας, τότε συνειδητοποιούμε την σημασία της ενότητος.

Θεμελιακές προϋποθέσεις
Η ενότητα της Εκκλησίας έχει κατ' αρχήν ορισμένες αναγκαίες προϋποθέσεις, που πρέπει να υπογραμμίσουμε, για να καταλάβουμε καλύτερα την αναφορά του Αποστόλου στην ουσία της ενότητός μας. Η ενότητα της Εκκλησίας είναι ενότητα «εν Χριστώ». Μέσα στο ένα σώμα του Χριστού (βλ. και Α' Κορ. κεφ. ιβ'). Δεν είναι ο καρπός μιας απλής ιδεολογικής ταυτίσεως και συμφωνίας των μελών της Εκκλησίας, ή το αποτέλεσμα μιας άρτιας οργανωτικής διαρθρώσεως. Γιατί τότε η Εκκλησία δεν θα ήταν σώμα Χριστού, που ζωοποιείται από το Άγιο Πνεύμα, αλλά κάποιος σύλλογος - όμιλος - οργάνωση, όπως αυτές που γνωρίζει ο κόσμος. Η ενότητα της Εκκλησίας είναι «ενότης του Πνεύματος», οικοδομείται και συντηρείται από τη ζωοποιό χάρη του Αγ. Πνεύματος. Ακόμη. βάση της ενότητος αυτής δεν είναι μια κοινή επιδίωξη των μελών για την επιτυχία κοινών συμφερόντων και σκοπιμοτήτων (έστω και πνευματικών), αλλά μόνη η αποκεκαλυμμένη στο πρόσωπο του Χριστού αλήθεια, μέσα στην οποία καλείται κάθε πιστός να εισέλθει ολόκληρος, για να βρεθεί έτσι ενωμένος και με όλους τους άλλους αδελφούς του στο ένα Κυριακό Σώμα (Α' Κορ. ι' 17). «Ένας Κύριος, μία πίστη, ένα βάπτισμα, ένας Θεός και Πατέρας όλων» (στ. 5-6) είναι τα θεμέλια της ενότητος της Εκκλησίας. Όπου λείπουν αυτές οι προϋποθέσεις, δεν μπορεί να υπάρξει ενότητα εκκλησιαστική. Αντίθετα εκεί εμφανίζεται αίρεση, δηλαδή διαίρεση, και σχίσμα. Η αίρεση είναι ανατροπή των θεμελίων αυτών της ενότη­τος, που εν αγίω Πνεύματι καθορίζει ο Απ. Παύλος. Ο αιρετικός δεν δέχεται τον ένα (και μοναδικό) Κύριο, γιατί τεμαχίζει -και έτσι διαστρέφει- την αλήθεια του Κυρίου. Απορρίπτει την πίστη, αφού δέχεται μια πίστη, που δεν σώζει. Αρνείται το Θεό, γιατί δέχεται «Θεό» που δεν είναι ο αληθινός, ο Οποίος έδωσε την αλήθεια και όχι την αιρετική πλάνη. Έτσι ούτε και στο βάπτισμα του σώματος του Χριστού ο αιρετικός μετέχει, γιατί στην πλάνη κάθε αιρέσεως δεν μπορεί να υπάρχει βάπτισμα, αλλά μόνο ψευτοβάπτισμα.


Μέσα για την ενότητα 
...Και πρώτα μας χορηγεί ο Χριστός την άκτιστη χάρη Του, που μας ζωοποιεί και μας κρατεί ενωμένους μαζί Του. Χάρη και αγιασμό αντλούμε μέσα στην Εκκλησία αδιάκοπα. Με τα άγια Μυστήρια, και προ πάντων με την ενοίκηση του Αγίου Πνεύματος μέσα μας, που είναι ο κύριος στόχος της πνευματικής ζωής μας. Η Χάρη δε του Χριστού παρέχεται σύμφωνα με το δίκαιο μέτρο του Χριστού, ανάλογα δηλαδή με την κάθαρσή μας, αλλά και το έργο του καθενός μας μέσα στο Σώμα Του. Γιατί η Χάρη του Χριστού ενεργοποιείται λειτουργικά στο Σώμα Του ως χαρίσματα, ως χαρισματική οργάνωση και συγκρότηση της Εκκλησίας. Γι' αυτό μας έδωσε αποστόλους, προφήτες, ευαγγελιστές, ποιμένες και διδασκάλους. Ο Παύλος μιλεί για την συγκρότηση «του θεσμού της Εκκλησίας», και, όπως στην Α' προς Κορινθίους επιστολή του (ιβ' 28 ε.), αναφέρεται στα αγιοπνευματικά χαρίσματα, που μέσα στη ζωή της Εκκλησίας εκφράζονται ως διακονήματα - διακονίες. Από τους Αποστόλους, που τους εξέλεξε ο ίδιος ο Χριστός (Ιω. ιε' 16), μέχρι τους σημερινούς φορείς αγιοπνευματικών χαρισμάτων με συγκεκριμένη διακονία στην Εκκλησία (Ποιμένες), που τους εκλέγει ο Θεός μέσω όλων των πιστών - μελών του Σώματος (βλ. Πράξ. κεφ. στ') -αυτή είναι η γνήσια πράξη της Εκκλησίας-, έχουμε μια συνεχή διακονία, για να καταρτίζονται οι Άγιοι, να προοδεύουν δηλαδή σε αγιότητα τα μέλη του σώματος, και να «αυξάνει» έτσι πνευματικά η Εκκλησία. Χάρη και διακονίες - χαρίσματα έχουν συγκεκριμένο στόχο, που δεν είναι άλλος από τη

Γνήσια και σωστή ενότητα,
 η οποία σημαίνει: α) Ομοιότροπη αποδοχή της αληθείας του Χριστού, της αποκαλύψεώς Του. Απόλυτη δηλαδή κατάφαση του Προσώπου του Χριστού, όλου του φάσματος της αληθείας, που με την είσοδό Του στον κόσμο μας εφανέρωσε. β) Αναγνώριση του Χριστού, εσωτερικά και εξωτερικά, στην καρδιά και στη ζωή μας, ως του σαρκωμένου Θεού για τη σωτηρία μας, με συνέπεια την παράδοσή μας σ' Αυτόν, για να αγιάσει και να θεώσει τη ζωή μας. Αυτό συμβαίνει στους Αγίους μας, οι οποίοι δεχόμενοι ολόκληρο το Χριστό, κρατούν την ορθή πίστη και ομολογία, και αναγνωρίζοντας ομοιότροπα τον Χριστό, φθάνουν στην τελεία «επίγνωσή» Του, που είναι η μετοχή στο άκτιστο φως της θεότητός Του. Χωρίς τα δύο αυτά στοιχεία ενότητα χριστιανική δεν μπορεί να υπάρξει. Όταν λείπει η πίστη, ή είναι λειψή, δηλαδή αιρετική, καταντούμε σε ένα ατομικό - ψευτοχριστιανισμό, που είναι αδύνατο να οικοδομήσει ενότητα, όπως την νοεί ο Παύλος. Όταν λείπει η επίγνωση του Χριστού ως Υιού του Θεού, χάνουμε την ουσία του Χριστού και την αποκλειστικότητά του για τη σωτηρία του κόσμου, και νοούμε τη χριστιανική ιδιότητά μας ως ένα συμπληρωματικό στοιχείο της ζωής μας και όχι ως την ίδια τη ζωή μας. Απ' τη διπλή αυτή αρρώστια πάσχει κατά κανόνα ο «Χριστιανισμός» της εποχής μας....
Η ενότητα της Εκκλησίας δεν μπορεί να είναι άλλη από αυτή, που μας περιγράφει ο Απ. Παύλος. Έτσι την δέχθηκαν και την δέχονται όλοι οι Άγιοι της Εκκλησίας μας, έτσι την κηρύσσει η Ορθοδοξία των Αγίων μας Πατέρων. Ενότητα με «ποικιλίες» και «πλουραλισμούς» στην ουσία της πίστεως αγνοεί η Εκκλησία. Αν ζει λοιπόν μέσα μας το ένα Άγιο Πνεύμα, αν δηλαδή από την κάθαρση έχουμε φθάσει στον αγιοπνευματικό φωτισμό, τότε θα «καταντήσουμε» - καταλήξουμε και στην γνήσια και αληθινή ενότητα της Εκκλησίας.

"ΕΥΑΓΓΕΛΙΚΑ ΚΑΙ ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΑ ΜΗΝΥΜΑΤΑ"
(Απάνθισμα κηρυγμάτων από την
«ΦΩΝΗ ΚΥΡΙΟΥ» των ετών 1980 και 1983)
ΠΡΩΤΟΠΡ. ΓΕΩΡΓΙΟΥ Μ. ΜΕΤΑΛΛΗΝΟΥ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ «ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΚΥΨΕΛΗ»

Ο Μεγαλύτερος εχθρός της Εκκλησίας

Ο Μεγαλύτερος εχθρός της Εκκλησίας


Ο ΜΕΓΑΛΥΤΕΡΟΣ ΕΧΘΡΟΣ
ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ
ΠΡΩΤΟΠΡ. ΓΕΩΡΓΙΟΥ Μ. ΜΕΤΑΛΛΗΝΟΥ
«...ίνα ώσιν εν, καθώς ημείς»
(Ιωάν. ιζ' 11)
Σήμερα, που η Εκκλησία μας τιμά την μνήμη των Αγίων και Θεοφόρων Πατέρων της Α' Οικουμενικής Συνόδου (Νίκαια 325 μ.Χ.), γιατί την ελευθέρωσαν από την πνευματική νόσο της αρειανικής κακοδοξίας, κρίνουμε σκόπιμο να αναφερθούμε γενικότερα στην έννοια της αιρέσεως, του μεγαλυτέρου εχθρού της ενότητας της Εκκλησίας.
1. Ο χαρακτήρας της πίστεώς μας, είναι η καθολικότητα. Η Εκκλησία μας είναι καθολική κατά το ιερό Σύμβολο. Η ιδιότητα αυτή της Εκκλησίας θεμελιώνεται στους λόγους εκείνους του αναστάντος Κυρίου μας: «Πορευθέντες μαθητεύσατε πάντα τα έθνη, βαπτίζοντες αυτούς εις το όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος, διδάσκοντες αυτούς τηρείν πάντα όσα ενετειλάμην υμίν» (Ματθ. κη' 20). Έχει η καθολικότητα της Εκκλησίας δύο διαστάσεις. Την κάθετο. Δηλαδή την αποδοχή ολόκληρης της αποκεκαλυμμένης θείας αληθείας, του πληρώματος της θείας αποκαλύψεως. Και την οριζόντια. Δηλαδή την εξάπλωση όλης της αληθείας αυτής εις όλα τα έθνη. Έτσι, η κατ' εξοχήν αποστολή της Εκκλησίας συνιστάται στην διαφύλαξη της καθαρότητας και ακριβείας της «άπαξ παραδοθείσης» (Ιούδ. 3) πίστεως και στην εξάπλωσή της σ' όλο τον κόσμο.
2. Τί ήταν όμως ο «κόσμος», όταν η πρώτη Εκκλησία ανελάμβανε την εκπλήρωση της μεγάλης αυτής πάνω στη γη αποστολής της; Ειδωλολατρία, αθεΐα, ανηθικότητα, αδικία, εκμετάλλευση, δουλεία και όλα εκείνα, που ο Απ. Παύλος αναφέρει στο α' κεφάλαιο της επιστολής του προς Ρωμαίους (Ρωμ. α' 18 ε.). Από ένα τέτοιο περιβάλλον προήρχοντο τα νέα μέλη της Εκκλησίας. Είναι χαρακτηριστικοί οι λόγοι του Παύλου στους χριστιανούς της Εφέσου: «Ήτε ποτέ σκότος, νυν δε φως εν Κυρίω» (Εφ. ε' 8). Σαν ένα φως μέσα στο σκοτάδι του κόσμου έλαμψε η Εκκλησία. Όσοι, λοιπόν, υπάκουαν στην κλήση του Θεού και γίνονταν μέλη της Εκκλησίας, έπρεπε να αποδεχθούν και την πίστη της. Να ενωθούν δηλαδή ουσιαστικά και οργανικά με τα άλλα μέλη της, να ζουν με την αλήθειάν της, ν' αλλάξουν τις συνήθειες του κόσμου με μια πολιτεία αγιωσύνης, αγάπης και δικαιοσύνης. Η Εκκλησία, λοιπόν, εζήτησε από την αρχήν ολοκληρωτική αλλαγή. Να γίνει ο άνθρωπος πραγματικά «καινή κτίσις».
Για να γίνει όμως αυτό πραγματικότητα, εχρειάζετο να αναγεννηθούν οι νέοι πιστοί κατά το πνεύμα της Εκκλησίας, για να γίνει πλήρης και τέλειος και ο εγκεντρισμός τους στο σώμα της. Κι ήσαν πολλοί που φάνηκαν πρόθυμοι να ανταποκριθούν στην απαίτηση αυτή. Δεν ήταν όμως λίγοι και εκείνοι που παρά την αυτοπροαίρετη έξοδό τους από τον κόσμο και την είσοδό τους στην Εκκλησία, δεν θέλησαν να λησμονήσουν και την παλαιά ζωή τους. Συνέβη δηλαδή σ' αυτούς ό,τι και στους Ισραηλίτες, που, μόλις άρχισαν να αναπνέουν τον αέρα της ελευθερίας, ενοστάλγησαν τα σκόρδα και τα κρεμμύδια της Αιγύπτου (Αριθμ. ια' 5). Μια τέτοια ενέργεια ο λόγος του Θεού την χαρακτηρίζει σαν την συνήθεια του σκύλου να ξαναγυρίζει στο «ίδιον εξέραμα», ή του χοίρου, που λούεται «εις κύλισμα βορβόρου» (Β' Πέτρ. β' 22).
3. Ποίοι όμως ήταν οι χριστιανοί αυτοί; Άλλοι μεν από αυτούς ήταν Ιουδαΐζοντες. Αυτοί ζητούσαν να υποτάξουν τον Χριστιανισμό στο γράμμα του Μωσαϊκού Νόμου και να ταυτίσουν την παγκόσμια αποστολή του με τον ιουδαϊκό εθνικισμό. Άλλοι ήταν ελληνίζοντες. Αυτοί προσπαθούσαν να αναμίξουν τον Χριστιανισμό με την ψευδοφιλοσοφία του κόσμου και να τον περιορίσουν στα πλαίσια μιας θρησκείας με την προσαρμογή του προς την ειδωλολατρία. Άλλοι, τέλος, ήσαν Ρωμαίοι. Αυτοί, πιο πρακτικοί και ρεαλιστές, είδαν την νέα θρησκεία σαν ένα μέσον για τη δική τους παγκόσμια επικράτηση και επίγεια κυριαρχία.
Κάθε μια από τις τάσεις αυτές δεχόταν από την διδασκαλία του Χριστιανισμού ό,τι την συνέφερε και την ευνοούσε. Το βάρος όμως έρριχνε στις δικές της αρχές, στις δικές της στοχοθεσίες και το χειρότερο, δημιουργούσε έτσι μια νέα διδασκαλία, που την παρουσίαζε σαν εκκλησιαστική - χριστιανική. Δεν σταματούσε όμως εδώ. Αλλά και αυτή τη διδασκαλία της Εκκλησίας την ερμήνευσε κατά τον δικό της τρόπο. Έτσι μια ομάδα με τέτοιες τάσεις, παρ' όλο ότι ήθελε να πιστεύει πως ζούσε μέσα στο σώμα της Εκκλησίας, επρόβαλλε την δική της πίστη και όχι πλέον την πίστη της Εκκλησίας. Αυτό ακριβώς είναι εκείνο, που στην εκκλησιαστική θεολογική γλώσσα ονομάζουμε ΑΙΡΕΣΗ. Το να παρουσιάζει δηλαδή κανείς τις ιδικές του γνώμες και πεποιθήσεις ως διδασκαλία της Εκκλησίας και τη δική του ερμηνεία της θείας αποκαλύψεως ως ερμηνεία και διδασκαλία εκκλησιαστική.
4. Η αίρεση δημιουργεί στην Εκκλησία κακό μεγαλύτερο από την αμαρτία. Ο αμαρτωλός πέφτει ως άτομο, και είναι δυνατόν να ανανήψει και πάλιν, κάνοντας χρήση των λυτρωτικών μέσων της Εκκλησίας. Ο αιρετικός όμως εκπίπτει οριστικά από το σώμα της Εκκλησίας. Γιατί δεν πιστεύει στην Εκκλησία ως κιβωτό της θείας αποκαλύψεως. Πιστεύει μόνο στον εαυτό του, και παίρνει την θέση κριτού της «παραδοθείσης» πίστεως. Θεοποιεί δηλαδή τον εαυτό του. Γιατί δεν παραδέχεται άλλη αυθεντία μεγαλύτερη από το πρόσωπό του. Κάθε αίρεση είναι εξάνθημα της ίδιας αρρώστιας, του ανθρώπινου εγωισμού. Όλες οι αιρέσεις είναι του ιδίου φυράματος. Μ' αυτό τον τρόπο όμως η αίρεση διαιρεί την Εκκλησία και καταστρέφει την ενότητά της. Ίσως δεν είναι υπερβολή, αν θεωρήσουμε ως πρώτους αιρετικούς στην ιστορία τους πρωτοπλάστους, γιατί πρώτοι αυτοί πάνω απ' το θείο θέλημα έβαλαν το δικό τους θέλημα και πρώτοι εχωρίσθηκαν από την θεία κοινωνία. Γι' αυτό η αίρεση συνιστά βλασφημία κατά του Αγίου Πνεύματος. Δεν είναι δε παράδοξο ότι οι περισσότεροι αιρετικοί, εκτός από τις άλλες πλάνες τους, είναι και πνευματομάχοι, από τους αρχαίους Μακεδονιανούς μέχρι τους συγχρόνους μας Χιλιαστές ή (Ψευδο)μάρτυρες του Γιεχωβά.
Κατά συνέπεια η αίρεση κατασπαράσσει το σώμα της Εκκλησίας. Καταστρέφει την ενότητά της. Διαστρεβλώνει τη θεία αποκάλυψη και την καταθρυμματίζει. Αναμιγνύει την αλήθεια με την πλάνη. Γι' αυτό και είναι πολύ χειρότερη από μια άλλη θρησκεία. Γιατί δεν έρχεται απ' έξω -και γι' αυτό δεν γίνεται αντιληπτή. Εμφανίζεται ως κρυφός όγκος μέσα στο σώμα της Εκκλησίας. Κυκλοφορεί ως αλήθεια με ένδυμα και χρώμα εκκλησιαστικό και έτσι κατορθώνει εύκολα να απατήσει. Είναι το φοβερότερο όπλο του σατανά εναντίον της Εκκλησίας, φοβερότερο και απ' αυτούς τους διωγμούς. Γιατί δεν σκοτώνει φθαρτά σώματα, αλλά ψυχές αθάνατες. Επειδή μάλιστα οι αιρετικοί εμφανίζονται ύπουλα σαν μέλη της Εκκλησίας, χριστιανοί δηλαδή, κατορθώνουν να παραπλανούν -με την πλαστή μάλιστα αγιότητά τους- τους αφελείς και αστηρίκτους. Τούτο συμβαίνει και στη Χώρα μας με τους διαφόρους αιρετικούς, που με την Γραφή στα χέρια καλύπτουν την πονηρία τους. Πέρα όμως από την θρησκευτική πλάνη καλύπτουν οι αιρέσεις και καθαρά συμφεροντολογικές - πολιτικές επιδιώξεις, υπηρετώντας τα συμφέροντα των κέντρων εξαρτήσεών τους. Με την φαινομενική μάλιστα άσκηση φιλανθρωπίας, την αυστηρή δήθεν ζωή και την έντεχνη και καλά προετοιμασμένη προπαγάνδα, διαφθείρουν τις συνειδήσεις και οδηγούν με μεθοδικότητα στον καταχθόνιο σκοπό τους, που δεν είναι άλλος από την εγκατάλειψη της Εκκλησίας και την καταστροφή του έργου του Χριστού.
Αδελφοί μου!
Αρκεί να ρίξει κανείς μια βιαστική ματιά στην εκκλησιαστική ιστορία, για να καταλήξει μόνος στην διαπίστωση του τί σημαίνει η αίρεση στη ζωή της Εκκλησίας. Επειδή δε η αίρεση είναι γέννημα του διαβόλου, φροντίζει ο πνευματικός της πατέρας να προστατεύει καλά το παιδί του. Αν δε, όπως σωστά ελέχθη, η μεγαλύτερη νίκη του σατανά είναι να μας πείθει πως δεν υπάρχει, η μεγαλύτερη επιτυχία της αιρέσεως είναι να πείθει τους μεν μορφωμένους και άμεσα υπευθύνους ότι είναι έργο ταπεινό και ανάξιο λόγου η ενασχόληση μ' αυτή και η απόκρουσή της, τον δε απλό λαό ότι δήθεν στις διάφορες αιρετικές ομάδες θα βρει την αλήθεια και την γνήσια χριστιανική ζωή. Εμείς όμως, που θέλουμε να μείνουμε πιστοί στην παράδοση των αγίων της Εκκλησίας μας Πατέρων, θεωρούμε ως καθαρή συνέπεια της πίστεώς μας και ιερό καθήκον μας: α) το ξεσκέπασμα όλων των αιρέσεων, β) την συνειδητοποίηση του γεγονότος ότι όλες οι αιρέσεις εξυπηρετούν συμφέροντα σκοτεινά και εργάζονται για την καταστροφή της πίστης και γ) την προφύλαξη και του εαυτού μας και των αδελφών μας από το φοβερό αυτό δηλητήριο του Διαβόλου. 
“ΕΥΑΓΓΕΛΙΚΑ ΚΑΙ ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΑ ΜΗΝΥΜΑΤΑ”
(Απάνθισμα κηρυγμάτων από την
«ΦΩΝΗ ΚΥΡΙΟΥ» των ετών 1980 και 1983)
ΠΡΩΤΟΠΡ. ΓΕΩΡΓΙΟΥ Μ. ΜΕΤΑΛΛΗΝΟΥ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ «ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΚΥΨΕΛΗ

Η ορθή Χριστολογία

Η ορθή Χριστολογία


Η ΟΡΘΗ «ΧΡΙΣΤΟΛΟΓΙΑ» ΕΞΑΣΦΑΛΙΖΕΙ ΤΗ ΣΩΤΗΡΙΑ
(Απόσπασμα)

Ο Χριστός της Εκκλησίας
 Η Εκκλησία, το Σώμα του Χριστού, δεν επεδίωξε ποτέ να «κατασκευάση» κάποιο Χριστό, αλλά αγωνίζεται να παραδίδη αδιάκοπα μέσα στην Ιστορία τον ένα Χριστό και να Τον ομολογή, όπως τότε οι Μαθη­ταί με το στόμα του Πέτρου: «Συ ει ο Χριστός ο Υιός του Θεού του ζώντος». Απέναντι στις διάφορες αιρετικές πλαστογραφήσεις του Χριστού αντιπαρατάσσει πάντα η Εκκλησία, με αγώνες και θυσίες, με δάκρυα και αίμα, τον Ένα και Μοναδικό Χριστό, που μπορεί να σώση. Στα κηρύγματα των αγίων Πατέρων και στο ποιμαντικό τους έργο, στις Οικουμενικές Συνόδους και στην λατρευτική και κοινοβιακή ζωή της σώζεται και παραδίδεται ο αληθινός Χριστός, ο σαρκωμένος Θεός, Λόγος του Θεού, που σώζει τον άνθρωπο και τον κόσμο, στην επίγεια και αιώνια διάσταση της σωτηρίας. Η μαρτυρία της Εκκλησίας για τον Χριστό στον άνθρωπο κάθε εποχής παραμένει σταθερή και αμετακίνητη: Ο Χριστός είναι τέλειος Θεός και τέ­λειος άνθρωπος. Αυτός είναι ο Χριστός της Εκκλησίας, που προσφέρεται πάντα σαν απάντηση στην λυτρωτική αναζήτηση του κόσμου. Ένας τεμαχισμένος Χριστός, ένας Χριστός δηλ. που δεν γίνεται δεκτός στην πληρότητά Του, δεν μπορεί να προσφέρη σωτηρία. Την αλήθεια αυτή μπορούμε να την καταλάβωμε, αν αναλογισθούμε τις σωτηριολογικές και κοινωνικές διαστάσεις των αιρέσεων, του Αρειανισμού και του Μονοφυσιτισμού λ.χ. Ο πρώτος αρνείται την θεότητα του Χριστού. Ο δεύτερος δέχεται απορρόφηση της ανθρωπότητος του Χριστού από την θεότητά Του, δηλ. στην ουσία αρνείται ή αγνοεί την ανθρωπότητα του Χριστού. Ποιες είναι οι πρακτικές συνέπειές τους;

Χριστιανισμός χωρίς Χριστό!
 Η άρνηση της θεότητος του Χριστού οδηγεί στην απόρριψη και των θαυμάτων Του και κάθε υπερφυσικής ενέργειάς Του. Αν όμως ο Χριστός υπήρξε μόνο άνθρωπος, δεν έχει για μας περισσότερη σημασία από κάθε άλλο άνθρωπο. Ούτε η διδασκαλία Του, σαν λόγος ανθρώπου, έχει απόλυτη και διαιώνια σημασία. Γιατί, πόσα από εκείνα που είπε είναι λόγοι Θεού και πόσα λόγοι δικοί Του; Γιατί, λοιπόν, να υπακούσω σε μια τέτοια διδασκαλία; Γιατί να αγαπήσω τον πλησίον μου ως εμαυτόν; γιατί να ενδιαφερθώ για τα προβλήματά του; γιατί να επιζητώ κοινωνική ισότητα και αδελφοσύνη; γιατί να πολεμώ την αδικία; Αλλά πώς, πάλι, θα με «θεώση», θα με ενώση με τον Θεό, ένας Χριστός, που δεν είναι τέλειος, πραγματικός και «φυσικός» Θεός, αλλά, έστω, άνθρωπος θεοποιημένος; Με ένα τέτοιο Χριστό, που δεν έχει θεία ουσία και αυθεντία, είμαι ελεύθερος να διαλέξω από την διδασκαλία Του ό,τι μου αρέσει ή ό,τι με συμφέρει! Δεν είναι περίεργο, λοιπόν, αν εν ονόματι ενός τέτοιου (ανύπαρκτου) Χριστού γίνωνται τα μεγαλύτερα εγκλήματα στην ιστορία... Η άρνηση έπειτα της ανθρωπό­τητος του Χριστού και η μερική ή απόλυτη απόρριψή της (Δοκητισμός, Μονοφυσιτισμός) σημαίνει άρνηση και της πραγματικότητος του πάθους Του. Αλλά τότε τα λόγια του ιερού Συμβόλου «...δι’ ημάς τους ανθρώπους και δια την ημετέραν σωτηρίαν... ενανθρωπήσαντα... παθόντα και τραφέντα» χάνουν κάθε σημασία. Αν ο Χριστός δεν υπήρξε πραγματικός και τέλειος άνθρωπος, δεν μπορεί να χρησιμεύση σαν καθολικός νόμος αγάπης, δικαιοσύνης, αληθείας, θυσίας. Δεν ξέρει τίποτε από τα προβλήματα, τις δυσκολίες και τον μόχθο μας. Αν δεν υπήρξε και άνθρωπος, οι εντολές Του, απευθυνόμενες σε ανθρώπους, είναι ανεφάρμοστες. Το αποτέλεσμα δηλ. είναι και πάλι το ίδιο: απόρριψη της απόλυτης, καθολικής και διαιώνιας λυτρωτικής δυνάμεως του Ευαγγελίου.
Ένας Χριστός, που δεν προσφέρεται στην ενότητα και ολότητα - καθολικότητά Του, είναι ένας ανύπαρκτος Χριστός, που μόνο σε ένα Χριστιανισμό χωρίς Χριστό μπορεί να οδηγήση. Χριστιανισμός δε χωρίς Χριστό είναι, δυστυχώς, ο ποικιλώνυμος αιρετικός Χριστιανισμός και της εποχής μας...
"ΕΥΑΓΓΕΛΙΚΑ ΚΑΙ ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΑ ΜΗΝΥΜΑΤΑ"
(Απάνθισμα κηρυγμάτων από την
«ΦΩΝΗ ΚΥΡΙΟΥ» των ετών 1980 και 1983)
ΠΡΩΤΟΠΡ. ΓΕΩΡΓΙΟΥ Μ. ΜΕΤΑΛΛΗΝΟΥ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ «ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΚΥΨΕΛΗ»