Σελίδες

Παρασκευή 23 Σεπτεμβρίου 2011

ΤΟ ΠΡΟΒΛΗΜΑ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ ΣΤΟΝ ΝΤΟΣΤΟΓΙΕΦΣΚΙ

ΤΟ ΠΡΟΒΛΗΜΑ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ ΣΤΟΝ ΝΤΟΣΤΟΓΙΕΦΣΚΙ

17 Ιανουαρίου 2011

Αν ένας μεγάλος λαός δεν πιστεύει ότι μόνο σ’ αυτόν βρίσκεται η αλήθεια (μόνο σ’ αυτόν και αποκλειστικά σ’ αυτόν), αν δεν πιστεύει ότι μόνον αυτός είναι ικανός και προορισμένος να τους αναστήσει όλους και να τους σώσει όλους με την αλήθεια του, αυτός αμέσως μετατρέπεται σε εθνογραφικό υλικό, και όχι σε μεγάλο λαό.
(Φιόντορ Ντοστογιέφσκι)

ΑΠΟ ΤΟ ΠΑΘΟΣ ΣΤΗΝ ΑΝΑΣΤΑΣΗ

Οι πρώτοι πιο συστηματικοί, αλλά και πιο αποτελεσματικοί, προπαγανδιστές ήταν από καταβολής κόσμου, οι ιδρυτές, ιερείς και απολογητές των θρησκειών. Η δουλειά τους ήταν δυσχερής και πολυσύνθετη. Απαιτούσε ευρηματικότητα, ευστροφία - σχεδόν σοφιστική - φαντασία και ατελείωτη πειθώ. Διότι είναι πολύ πιο εύκολο να διαδώσεις και να εξαπλώσεις μια ιδεολογία, παρά μία αρκετά περίπλοκη – και σε πολλά σημεία «απάνθρωπα σκληρή» θρησκευτική πίστη. Είναι πιο εύκολο να προβάλλεις μια ευνοϊκή εικόνα για έναν ηγεμόνα ή πολιτικό αρχηγό, παρά να πείσεις δισεκατομμύρια ανθρώπους για την ύπαρξη ενός αόρατου (αλλά παντοδύναμου και πανάγαθου) Πατέρα. Είναι πολύ πιο ευχερές να δικαιολογήσεις ή να συγκαλύψεις τις ατέλειες και τα εγκλήματα μιας διακυβέρνησης (όπως εκείνη του Χίτλερ ή του Στάλιν), παρά να καταφέρεις να κάνεις το γένος των ανθρώπων να ξεχάσει τον πόνο, την αρρώστια, την φθορά, τον θάνατο και όλα τα βάσανα που περιέχει η ύπαρξή του – και επιπλέον να δοξολογεί τον Ύψιστο, επειδή «τα πάντα εν σοφία εποίησεν»! Η «σιωπή του Θεού» αποτέλεσε το βασικό μοτίβο όλης της υπαρξιακής φιλοσοφίας και θεολογίας του περασμένου αιώνα. Πράγματι, ο Θεός σώπασε στο Άουσβιτς, στην Ρουάντα, στην Καμπότζη και σε τόσα άλλα μέρη του πλανήτη μας και άφησε να εκτυλιχθούν απύθμενες βαρβαρότητες, χωρίς ποτέ να δώσει «ένα σημείο». Ο Θεός σωπαίνει όχι μόνο στις μεγάλες δημόσιες τραγωδίες αλλά και στις μικρές ιδιωτικές. Η μάνα που σπαράζει για τον χαμό του παιδιού της δεν παίρνει απάντηση. Αντίθετα, όμως, με το Θεό που «σιωπά», οι προπαγανδιστές και απολογητές του υπήρξαν ανέκαθεν λαλίστατοι. Ιδρυτές θρησκειών, απόστολοι, προφήτες, ιερείς και αρχιερείς, μοναχοί και θεολόγοι, μας έχουν φιλοδωρήσει με χιλιάδες – ίσως και εκατομμύρια σελίδες κειμένων. Κοινό στοιχείο όλων αυτών των λόγων είναι η προσπάθεια «να δικαιολογήσουν τους τρόπους του Θεού στους ανθρώπους», για να χρησιμοποιήσουμε τον περίφημο στίχο του Μίλτωνα: «to justify the ways of God to Men». Διαπρεπής Γάλλος θεολόγος, ο καθηγητής Bernard Sesboue, σε μελέτη του για την σιωπή του Θεού, αφού αναλύσει διεξοδικά όλες τις περιπτώσεις όπου ο Θεός παρέμεινε «απών», καταλήγει στο ότι είναι πλάνη να θεωρούμε ότι ο Θεός σιωπά, διότι ο Θεός μίλησε, άπαξ και δια παντός, όταν έστειλε τον γιο του να σταυρωθεί και να υποφέρει για μας. Μέσα από την Σταύρωση συμμετέχει στα πάθη μας – και άρα είναι παρών.
Τα πάντα εν σοφία λοιπόν … Αλλά στ’ αλήθεια για ποιά σοφία μιλάμε; Για την ατέρμονη σοφία του Θεού, για την επουράνια εκείνη οπτική γωνία, που κάνει να φαίνονται όλα στον κόσμο τέλεια. Ακόμη και αν δεν είναι; Το σίγουρο είναι ότι, με μια πρώτη ματιά, η σοφία – στην οποία αναφερόμαστε - δεν φαίνεται να είναι διαποτισμένη με παναγαθότητα. Τίποτα μέσα στην φύση δεν δείχνει καλοσύνη ή ηθική βούληση. Αντίθετα κυριαρχεί ο πόλεμος πάντων εναντίον πάντων. «Ο κάθε άνθρωπος φταίει για όλους και για όλα, χώρια από τις δικές του αμαρτίες», θα είναι η απάντηση του Ρώσου συγγραφέα Ντοστογιέφσκι, δια στόματος του ήρωά του στάρετς Ζωσιμά, στο έργο ΄΄Αδελφοί Καραμάζωφ΄΄. Ολόκληρη η κτίση «συστενάζει και συνωδίνει» εξαιτίας της πρώτης αμαρτίας και της ενοχής του ανθρώπου «για όλους και για όλα». Η διαφωνία των σοβιετικών με τον Ντοστογιέφσκι πάνω στη βασική του αρχή δεν θα αργήσει να έρθει, και αυτό γιατί ο διάσημος συγγραφέας εντοπίζει το κακό στην ανθρώπινη φύση, σε αντίθεση με τους σοσιαλιστές που το μετατοπίζουν στην κακή δομή της κοινωνίας. Το κακό, όμως, υπάρχει έξω από μας. Εξαρτάται από την κοινή μας φύση και από την ελευθερία μας που σημαίνει ευθύνη. «Ελευθερία – λέει ο Ντοστογιέφσκι – σημαίνει προσωπική στάση του ανθρώπου απέναντι στο Θεό, τον εαυτό του, το περιβάλλον, την κοινωνία και τα πάντα». Η Θεοδικία (δικαιολόγηση του Θεού), όμως, αυτή δεν είναι μια από τις πιο σύνθετες νοητικές ασκήσεις που συνέλαβε ο άνθρωπος; Κάθε Θεοδικία δεν απαιτεί απέραντη στρεψοδικία; Για να καλύψεις π.χ. τον καθημερινό θάνατο χιλιάδων αθώων παιδιών, δεν θα έπρεπε να «εφευρεθεί» μέλλουσα ζωή, δεύτερη παρουσία, το επιχείρημα της «δοκιμασίας», το Προπατορικό Αμάρτημα, για να οδηγηθεί κανείς στο τέλος στην παράθεση δύο εντελώς αντιφατικών φράσεων: «Τα πάντα εν σοφία εποίησεν» και «Ανεξερεύνητοι αι βουλαί του Υψίστου»; Ο Ντοστογιέφσκι μένει πιστός στην αρχική του θέση για να σωθεί ο άνθρωπος και ως πρόσωπο και ως κοινωνία. Για τον Ρώσο συγγραφέα, ο άνθρωπος πρέπει να μείνει άνθρωπος, και στο Χριστό έμεινε άνθρωπος. Γιατί το κάθε σύστημα, που πάει να σώσει τον άνθρωπο δημιουργώντας ένα γενικό άνθρωπο, έναν άνθρωπο που το πρόσωπό του έχει χαθεί, είναι απάνθρωπο. Για τον Ντοστογιέφσκι, η απόλυτη υποταγή στην εντολή του Θεού εμπεριέχει την πεποίθηση πως μέσα στην εντολή του Θεού κρύβεται η προεικόνιση του θαύματος. Έτσι, στην κορυφή της ζωής, ζωή και θυσία δεν είναι ποτέ αντίθετα, γιατί θυσία είναι η ανώτατη μορφή ζωής και ζωή η ανώτατη μορφή θυσίας. Μ’ αυτόν τον τρόπο εδραιώνεται η άρση της αντίθεσης ανάμεσα στην έκφραση του Θεού και στην πραγματικότητα. Δεν υπάρχει καμιά ιδεαλιστική, κοσμολογική ή ιστορική ερμηνεία για την ύπαρξη του Θεού. Όσο περισσότερο προοδεύει κανείς στην έμπρακτη αγάπη και στην αναπαράσταση της θυσίας, τόσο περισσότερο μέσα του υψώνεται η βεβαιότητα για την ύπαρξη του Θεού.
Η διαφοροποίηση της αγάπης στην Ντοστογιεφσκική κοσμοθεώρηση δεν είναι μια ονειροπόληση γενικής ιδεαλιστικής αγάπης προς την ανθρωπότητα, αλλά η ενεργός αγάπη (που πολλές φορές δέχεται το χτύπημα και την αγνωμοσύνη) σε αντίθεση με την ιδεαλιστική ονειροπόλα αγάπη που ποθεί την γρήγορη επιβράβευση και τον γενικό θαυμασμό. Είναι η εν Χριστώ μετοχή στην νέα ελευθερία. Εδώ βρίσκεται και το κεντρικό μυστικό της υπέρβασης της ανθρώπινης απελπισίας. Αντί για την αποστασιοποίηση από τον κόσμο και την υπέρβαση της αμαρτωλότητας, της αρρώστιας, του πόνου, του κακού, ο Ντοστογιέφσκι πιστεύει στον ενσαρκωμένο εξαγιασμό του κόσμου και την μεταλλαγή του σε κοινωνία αγάπης. Ο δυαλισμός δεν χωράει στην καρδιά του συγγραφέα. Ο Αβραάμ ανεβαίνει στο όρος, όχι με την ακράδαντη πεποίθηση πως πρέπει να πραγματώσει τη θυσία του γιου του, του Ισαάκ, ως εναντίωση στην λογική, αλλά για να «συντελεστεί η επαναδώριση» του γιου του, ως επαναδώριση της Ανάστασης μετά τη θυσία. Αντίθετα με τον Δανό φιλόσοφο και θεολόγο Κίρκεγκωρ που πιστεύει ακράδαντα πως ή ο Ισαάκ θα ζήσει ή η θυσία θα πραγματωθεί, ο Ντοστογιέφσκι δεν θεωρεί την αντίθεση αυτή υποχρεωτική, παρά μονάχα στην διαλεκτική της Λογικής. Στην περιοχή του θαύματος, το μεγαλείο του Θεού είναι τέτοιο που και η θυσία υπάρχει και ο Ισαάκ στο τέλος σώζεται. ‘Έτσι το είτε-είτε του Κίρκεγκωρ μεταβάλλεται σε και-και του Ντοστογιέφσκι, γιατί για τον δεύτερο η απόλυτη θυσία της αγάπης προσφέρει τα πάντα στο διπλάσιο. Η πίστη του Αλιόσα (ήρωας του Ντοστογιέφσκι στους ΄΄Αδελφούς Καραμάζωφ΄΄) στην ανάσταση, μια πίστη που του εδραίωσε πεθαίνοντας ο στάρετς Ζωσιμάς είναι και πίστη του ίδιου του Ντοστογιέφσκι που γι’ αυτό επέλεξε ως motto του τελευταίου έργου του τα λόγια του Χριστού: «Εάν μη ο κόκκος του σίτου πεσών εις την γην αποθανη, αυτός μόνος μένει. Εάν δε αποθάνη, πολύν καρπόν φέρει» (Ιωάν. ιβ΄ 24). Τα λόγια που βάζει και στο στόμα του στάρετς Ζωσιμά να τα λέει τόσο στον Αλιόσα όσο και στον μεγάλο αμαρτωλό Μιχαήλ. Τα ίδια αυτά λόγια που είναι χαραγμένα σε σλαβική γραφή κάτω από τους δύο τόμους των ΄΄Αδελφών Καραμάζωφ΄΄, όπου ακουμπά η μπρούτζινη προτομή του διάσημου συγγραφέα στον τάφο του, στην Αλεξάντροφσκαγια Λαύρα, στην Αγία Πετρούπολη.
Ελένη Β. Σεμερτζίδου
Αρχειονόμος-Βιβλιοθηκονόμος
Διδάκτωρ του Ιονίου Πανεπιστημίου
Εκπρόσωπος του wif.gr
http://www.seeleni.blogspot.com/

Τρίτη 20 Σεπτεμβρίου 2011

Άγαμοι κληρικοί στην ενορία


Άγαμοι κληρικοί στην ενορία

 Οι περισσοτεροι απόστολοι ηταν αγαμοι, αυτό όμως δεν εχει καμια σχεση  με τον άγαμο κλήρο, ουτε καν με το μοναχισμο αφού ο μοναχισμός εμφανίζεται στα τέλη γ΄ και αρχές δ΄αι.
Υπάρχει σύγχυση όταν οι άγαμοι ονομάζονται, μοναχοί και ιερομόναχοι.
Στην ιστορία της εκκλησιάς υπάρχουν τρις τάξεις κληρικων ,οι άγαμοι κοσμικοί (αυτοί που μένουν στον κόσμο), έγγαμοι κληρικοί, και οι μοναχοί.
Οι Μοναχοί Κληρικοί είναι αυτοί που διαμένουν στα Μοναστήρια και έχουν τον τίτλο του Ιερομόναχου. Ο τίτλος του ιερομόναχου είναι αποκλειστικώς των Μοναχών Κληρικών.Η διάκριση αυτή μαρτυρείται και από το γεγονός, ότι η Εκκλησία εξαρχής είχε έγγαμους και άγαμους Επισκόπους, οι οποίοι δεν προέρχονταν από τον μοναχικό κόσμο.
Οι Άγιοι, Τιμόθεος, Ιγνάτιος, Πολύκαρπος ήταν άγαμοι κληρικοί. Και στην αντίπερα πλαγιά αγιος Σπυρίδων, Γρηγόριος νυσσης.
Σημαντική μαρτυρία αφήνει ο Νικόδημος Μίλας: «όπως δε μη παρακωλύονται οι μοναχοί από του ασκητικού αυτών βίου, δεν επετρέπετο το κατ’ αρχάς αυτοίς η ιερωσύνη, αλλά μάλλον ώφειλον να προσέρχωνται εις τας εν τω εγγυτέρω κειμένω ναώ υπό του εφημεριακού κλήρου τελούμενος ιεροτελεστίας»2.
Στους πρώτους  αιώνες του μοναχισμού δεν επιτρεπόταν οι μοναχοί να γίνουν Κληρικοί. Οι μοναχοί εκκλησιάζονταν στους ναούς των κοντινών χριστιανικών κοινοτήτων ή πήγαιναν ιερείς στα Μοναστήρια.

Και ο ιερός Παφνούτιος στην Α΄ Οικουμενική Σύνοδο συμβούλευσε:
·         «Κατά δε την αρχαίαν της Εκκλησίας παράδοσιν τους μεν αγάμους του ιερατικού τάγματος κοινωνήσαντας, μηκέτι γαμείν τους δε μετά γάμου (κοινωνήσαντας του ιερατικού τάγματος), ων έχουσι γαμετών μη χωρίζεσθαι».3
Οι άγαμοι κληρικοί, για τους οποίους ομιλεί ο Παφνούτιος, δεν ήταν δυνατό να ήσαν μοναχοί, γιατί στους μοναχούς ο γάμος είναι κατά το αδιανόητο τόσο προ της χειροτονίας, όσο και μετά από αυτήν.

Ο κανονολόγος Μελέτιος Σακελλαρόπουλος (Μητροπολίτης Μεσσηνίας) γράφει:
·         «Η ημετέρα Εκκλησία, συνωδά τη διδασκαλία της Αγ. Γραφής, αψήκεν έκαστον ελεύθερον, ποθούντα το ιερατικόν αξίωμα, να εξέταση εαυτόν και να αποφασίση τουλάχιστον προ του 30ου ή και 25ου έτους της ηλικίας, ωρίμου ούσης, εάν θέλη να ιερωθή έγγαμος ή άγαμος. Άγαμος εννοείται ουχί ο μοναχός, όστις κείρεται και προ της ηλικίας ταύτης και υποχρεούται να διαμένη εν τω Μοναστηρίω δια βίου»4.
Σαφής λοιπόν διάκριση του άγαμου κληρικού από το Μοναχό.
Ο Καθηγητής του Εκκλησιαστικού Δικαίου Αναστάσιος. Χριστοφιλόπουλος γράφει:
·         «Οι χειροτονούμενοι άγαμοι δεν είναι ανάγκη να έχουν προηγουμένως καρή μοναχοί, καίτοι το τελευταίον τούτο είναι το συνήθως εν τη πράξει συμβαίνον»5.
Αυτό το «συνήθως εν τη πράξει συμβαίνον» προήλθε από έλλειψη Κληρικών στις Ενορίες και ακόμη για άλλους λόγους σκοπιμότητος. Έτσι πολλοί λαμβάνουν τυπικώς τη μοναχική κούρα, χειροτονούνται Ιερομόναχοι και προσεταιρίζονται ακαίρως και αντικανονικώς τον τίτλο του Αρχιμανδρίτη και με μια τυπική εγγραφή σε κάποιο μοναστήρι βρίσκονται μέσα στον κόσμο και στις κοσμικές Ενορίες.
Πώς όμως είναι δυνατό και νόμιμο, ο θεωρούμενος Ιερομόναχος και ο οποίος έδωσε υπόσχεση ενώπιον του Θεού τέλειας αφιερώσεως και ολοκληρωτικής προσφοράς για τη Μονή του, να διαμένει μέσα στον κόσμο; Ο υποψήφιος μοναχός ερωτάται κατά την Ακολουθία του Σχήματος, εάν «εκούσια αυτού γνώμη» προσέρχεται ή μήπως «εκ τίνος ανάγκης ή βίας». Ακόμη ερωτάται: «παραμένεις τω Μοναστηρίω και τη ασκήσει έως εσχάτης σου αναπνοής;». Απαντά ο υποψήφιος: «Ναι, του Θεού συνεργούντος, τίμιε πάτερ». Και οι κανόνες ορίζουν τριετή δοκιμασία των υποψηφίων μοναχών και σε εξαιρετικές περιπτώσεις τουλάχιστο εξάμηνη και είναι αυστηροί για κείνους που εγκαταλείπουν το Μοναστήρι τους. (Βλέπε Δ΄ και Ε΄ κανόνα της Πρωτοδευτέρας Συνόδου). Όταν λοιπόν βλέπουμε τους Ιερομόναχους μέσα στον κόσμο, μήπως κατά την Ακολουθία του Σχήματος έπαιξαν κωμωδία;

Ο όρος Αρχιμανδρίτης είναι ταυτόσημος του Ηγουμένου.6 Ο Ηγούμενος αναλαμβάνων τα καθήκοντα αυτού ονομάζεται Αρχιμανδρίτης. Μάλιστα η απονομή του οφφικίου του Αρχιμανδρίτη θεωρούνταν προνόμιο του Οικουμενικού Πατριάρχου.
Ο Πρωτοπρεσβύτερος Κων/νος Ρωμανός στο βιβλίο του «Μελέτη δια τον Αρχιμανδρίτην εν γένει», (εν Αθήναις 1930, σελ. 11) αναφέρει, ότι το οφφίκιο του Αρχιμανδρίτη παρέχει μεν τιμή στην ιερατική μοναχική τάξη, δεν συγκαταριθμείται όμως στα οφφίκια του εφημεριακού ενοριακού κλήρου. Ο ίδιος αναφέρει και έτσι είναι, ότι στις Σλαβικές Ορθόδοξες Εκκλησίες οι Αρχιμανδρίτες υπάρχουν μόνο στα Μοναστήρια ή ως Καθηγητές Εκκλησιαστικών Σχολών. Στη Ρουμανία το αξίωμα του Αρχιμανδρίτη απονέμεται με την έγκριση της Ιεράς Συνόδου. Γενικά οι Ιερομόναχοι και οι Αρχιμανδρίτες αποκλείονται των Ενοριών.
Συνεπώς η απονομή ευκαίρως – ακαίρως του οφφικίου του Αρχιμανδρίτη σε μοναχούς που ψευδώς ορκίσθηκαν να μείνουν ισοβίως στο Μοναστήρι, αποτελεί νόθευση και κατάχρηση της εκκλησιαστικής πράξεως και των ιερών κανόνων.
Ο αοίδιμος Επιφάνιος Θεοδωρόπουλος θεωρεί αυτή την κατάσταση ως φοβερή σύγχυση και εκφράζει τη βαθεία θλίψη του. Τέτοια σύγχυση υπήρχε και παλαιότερα, γι’ αυτό η τότε Ιερά Σύνοδος απέστειλε Εγκύκλιο, στην οποία διαλαμβάνει: «Παρεισέφρυσεν η κακή συνήθεια του χειροτονείν και αγάμους Ιερείς εν τω κοσμώ, όπως χρησιμεύωσιν ως τακτικοί κοινοτήτων εφημέριοι.
Αποδεικνύεται λοιπόν εκ της πράξεως της Εκκλησίας πάγια θέση, ότι ο μοναχός ανήκει στο μοναχικό κόσμο και μένει ισοβίως στο Μοναστήρι του. Οι άγαμοι Κληρικοί που θα υπάρχουν μέσα στις Ενορίες, δεν μπορεί να θεωρούνται Ιερομόναχοι και να λαμβάνουν το οφφίκιο του Αρχιμανδρίτη.
Ο π. Επιφάνιος Θεοδωρόπουλος παρατηρεί: «Καλή και αγία η αγαμία, αλλά διατί εις αδρανής, οκνηρός, ημιμαθής κ.λ.π. άγαμος θα τιμάται υπέρ ένα ζηλωτήν, δραστήριον, σοφόν και πλήρη πνευματικότητος έγγαμον; Εάν είχομεν σήμερον εν μέσω ημών τον έγγαμον Πρεσβύτερον Άγιον Γρηγόριον (τον είτα Επίσκοπον Νύσσης), δεν θα ήτο λίαν άτο¬πον να προτάσσωμεν αυτού νεανίσκους τινας Ιερείς, μη έχοντας άλλο προσόν πλην της αγαμίας: Τα αυτά θα ηδυνάμην να είπω ου μόνον δια παλαιούς, αλλά και δια νεωτέρους εγγάμους Πρεσβυτέρους, οίους ο Κωνσταντίνος Οικονόμος, ο Κωνσταντίνος Καλλίνικος κ.ά.».
Προτείνει ο επιφανής αυτός άγαμος Κληρικός, οι άγαμοι Κληρικοί, μη όντες
μοναχοί και παραμένοντες στις Ενορίες, να ακολουθούν την τάξη των οφφικίων
των εγγάμων Πρεσβυτέρων και την αρχαιότητα των πρεσβειών της ιερωσύνης. Προσθέτει δε: «Οι άγαμοι πρέπει να στρατολογούνται εκ των εχόντων και ηλικίαν
ώριμον και μόρφωσιν αρίστην και ευλάβειαν άκραν και ήθος απαστράπτον και χαρακτήρα αδαμάντινον και ψυχικήν συγκρότησιν αρτίαν, κτηθείσαν εν κόποις και
μόχθοις, εν προσευχαίς και μελέταις, εν νηστείαις και αγρυπνίαις, εν εκούσια πενί¬α και κακοπαθία και ποικίλαις οτερήσεσιν» .Η πρόταση του π. Επιφανίου Θεοδωροπούλου έρχεται σε συμφωνία με την τάξη του Μ. Τυπικού της Εκκλησίας που στην κατάσταση των οφφικίων των κοσμικών ιερέων ουδόλως αναφέρεται το οφφίκιο του Αρχιμανδρίτη, γιατί δεν είναι οφφίκιο των κοσμικών ιερέων, αλλά των μοναχών.
Ο Θεολόγος Καθηγητής κ. Δημ. Κωλέσης παρατηρεί: «Το φαινόμενο της παρουσίας Αρχιμανδριτών μέσα στις Ενορίες και το προβάδισμα αυτών αποτελεί παρέκκλιση της γενικώς κρατούσης κοινωνικής αντιλήψεως μιας δημοκρατικής κοινωνίας και αντιβαίνει στην έννοια του Δικαίου όχι μόνο ηθικά, αλλά και νομικά, γιατί πουθενά αλλού η αρχαιότητα και τα προσόντα δεν αντιστέλλονται ή καταργούνται».
Ας μη λησμονούμε δε, όπως γράφει ο αοίδιμος Μητροπολίτης Μεσσηνίας Μελέ¬τιος (Εκκλησ. Δίκαιον, σελ. 210), ότι τα εκκλησιαστικά οφφίκια είναι απομίμηση και τύπος «της πομπώδους αυλής των αυτοκρατόρων». Η Ενορία προηγείται της Μονής, εφόσον ο μοναχικός βίος αναφάνηκε πολύ αργότερα στην Εκκλησία. Ιστορικά προηγείται η Ενορία της Μονής και επομένως και οι ενοριακοί Κληρικοί των Ιερομόναχων. Δεν είναι δε δυνατό οι νόμοι και οι κανόνες των Μονών να ισχύουν στις Ενορίες, των οποίων στάδιο δράσεως είναι η χριστιανική κοινωνία.
Η ορθοδοξία και η ορθοπραξία είναι δυο πλευρές του ιδίου νομίσματος.
Πιστεύω ότι οι ιεράρχες έχουν την πλήρη ευθύνη για την διατήρηση του βαθύτατου χαρακτήρα της εκκλησιαστικής ζωής. Με πιο απλά λόγια έχουν ευθύνη στο τι προσφέρουν στον ορθόδοξο κόσμο
·         Χριστό
·         ή
·         Θάνατο;
Ο καθένας ας αναλάβει τις ευθύνες του.


1. Επιφάνιος Θεοδωρόπουλος, στη μελέτη του «Μοναχικός και Άγαμος Κοσμικός Κλήρος».
2.(Εκκλ. Δίκαιον, κατά μετάφραση Μελ. Αποστολόπουλου, εν Αθήναις 1906, σελ. 932).
3.(Σωζομένου, Εκκλησ. Ιστορία, Γ κγ΄, Migne 67, 925).
4. Εκκλησ. Δίκαιον, εν Αθήναις 1898, σελ. 160
5. Ελληνικόν Εκκλησ. Δίκαιον, τεύχ. Β΄, εν Αθήναις 1954, σελ. 52
6.Νεαροί Ιουστινιανού, Corpus juris Civilis, ΡΚΓ΄, λδ΄, Berolini 1928, επιμ. R.Schol – G.Kroll.


Σάββατο 10 Σεπτεμβρίου 2011

ΑΣΑΛΕΥΤΗ ΖΩΗ



ΑΣΑΛΕΥΤΗ ΖΩΗ

Αισθανόμουν το φως, είχε ξημερώσει αλλά επέμενα στον ύπνο μου, έδωσα διάρκεια στον ύπνο…

Τέτοια πρωιά δίνουν μια όμορφη ισορροπία στην απέραντη περιοχή, θεραπευτική, ταξινομημένη και οριστικά δική σου.

Είμαι βλέπεις εσωστρεφής τύπος και δεν μπορώ εύκολα να ξορκίζω τους θορύβους της ζωής μου. Σχεδόν αρρωσταίνω μαζί με τα παράταιρα και τους απρόσκλητους. Οι ξένες διάλεκτοι δεν μου είναι ποτέ προσφιλείς ούτε οικείες.

Έχω ένα κόλλημα με την οικειότητα και αγαπώ με πάθος αυτό που λέμε βαθιά συγγένεια. Μέσα μου γενικός, τελειώνουν τα ονόματα. Και αυτό που μένει, είναι αυτό που «σημαίνουν».

Άφησα βλέπεις, τον κόσμο που ήξερα και είμαι πια κάπως ασφαλισμένος κοντά σε μια άσπρη θάλασσα..και οι σχέσεις μου το ίδιο.

Ένας σταλακτίτης που σμίγει με ένα σταλαγμίτη (άνθρωποι ερχόμενοι από την αντίθετη φορά) αλλά στην ίδια κατεύθυνση: της ένωσης τους.

Μου αρέσει η ασάλευτη ζωή.

Από την πρώτη ματιά, μονότονη, όπως ο στατικός ύπνος, τη λένε μοναξιά, αλλά στην πραγματικότητα είναι σαν μια άσπρη θάλασσα με τη διάταξη της, τους ορισμούς της και τη σαφήνεια που περιέχει η αποσυλλάβιση της.


Πέμπτη 1 Σεπτεμβρίου 2011

Ήταν ωραίο αυτό το καλοκαίρι

Ήταν ωραίο αυτό το καλοκαίρι
ήταν ωραίο αλλά και επικίνδυνο

Ένας παππούς που έκανε αμμόλουτρα
ξεχάστηκε θαμμένος μες την άμμο
όταν τον θυμηθήκανε μετά από μέρες
σηκώσαν το καπέλο του, δεν ήταν από κάτω

Μια πάλευκη τουρίστρια απ' το βορρά
τα 'φτιαξε με τον ήλιο
κοιμήθηκε μαζί του μέρες μήνες
σκούρυνε, αφομοιώθηκε απ' το τοπίο
οι δικοί της τώρα την αναζητούν
μέσω του Ερυθρού Σταυρού

Ένα παιδί δαρμένο έγινε αχινός
αν τους βαστάει τώρα
ας με ξαναδείρουν, είπε
πήρανε ο μπαμπάς κι η μαμά
μαχαίρι και πηρούνι
και χωρίς να τρυπηθούν
του φάγαν την καρδιά

Ένα σκυλί κυνηγημένο
δάγκωσε την ουρά του και την έφαγε
ύστερα έφαγε όλο το κορμί του
έμεινε μόνο το κεφάλι του στα βότσαλα
Ν' ασπρίζει από τα κύματα γλειμμένο

Βαθιά, ένα καράβι έμενε ακίνητο
ακίνητο ένα καλοκαίρι
φυσούσαν άνεμοι φουσκώναν τα πανιά
δεν έλεγε να φύγει. Τι περίμενε;
 κανείς δεν ξέρει

Ποίηση: Αργύρης Χιόνης
 ("Λεκτικά Τοπία", Αθήνα 1983, Εκδ. Καστανιώτη)
Μουσική: Χάρης&Πάνος Κατσιμίχας


το ωραίο καλοκαίρι γ’
 

Μεσημέρι καλοκαιριού, μεσημέρι στη Δήλο, τη Νάξο, τη Σύρο, τη Μήλο και την Αμοργό, κοιτάζεις τη θάλασσα, μισοκλείνεις τα μάτια, σπασμένα γυαλιά που αντανακλούν το φως στο νωχελικό λίκνισμα των κυμάτων, τα κύματα της θάλασσας η αισθητική του μέλλοντος χρόνου, λουτρό από γαλάζιο και λευκό φως (πώς να είναι ο παράδεισος στα καλοκαίρια του;), το δέρμα που τραβάει από την αρμύρα, το δέρμα στα εγκαύματα και τις ιστορίες του
πάνω σε άλλα σώματα,
τα ταξίδια πάνω στο δέρμα ή κάτω από αυτό, τα μικρά παιδιά στην παραλία, τα φτυαράκια, τα κουβαδάκια, τα «έλα έξω» και τα «μη», ο ήλιος που σε ζαλίζει, το χέρι της πάνω στην πλάτη σου και έπειτα ένα αρνητικό παλάμης πάνω στο σώμα – το χέρι της - ο ύπνος που σε παίρνει εκεί, ζάλη από μελτέμι, κύμα και αλάτι

ονειρεύεσαι φωνές παιδιών και παιδιά που παίζουν στο δρόμο κυνηγητό, κρυφτό, κεραμιδάκια, το ψωμοτύρι στο χέρι και η σκόνη του καλοκαιριού, το πότισμα στα χωράφια μέχρι το βράδυ αργά, οι ελιές, τα αυλάκια, η πίεση, οι σπασμένες σωλήνες, τα συντριβάνια του νερού, το βράδυ που πέφτει τρυφερό, εύθραυστο σαν το γιασεμί, η δροσιά της νύχτας, το αγιόκλημα, τα φούλια και οι βασιλικοί, οι κουβέντες μέχρι αργά, η Άρκτος, η Κασσιόπη, ο Δράκοντας, οι Πλειάδες και οι ευχές που δεν προλάβαιναν να ολοκληρωθούν ποτέ

ονειρεύεσαι ένα καλοκαίρι που δεν θα τελειώσει ποτέ, με καλοκαιρινά πρωινά και πρωινές αγορές, με απόλυτα μεσημέρια της ζέστας και της άπνοιας, με νύχτες δροσερές που ανασαίνουν βαριά στην αγάπη και τα σεντόνια,

απόγευμα καλοκαιριού, στην παραλία παίξαμε μπάλα με όλες τις φυλές και λιώσαμε στον ιδρώτα, η άμμος κόλλησε σα ρούχο στο δέρμα - η λάσπη μιας ωραίας ζωής – και μια βουτιά στο νερό πριν σκάσεις από τη ζέστη, οι κόκκοι της άμμου ύστερα στα σεντόνια, οι αναπνοές φιλιά και τα κλειστά μάτια, η αγάπη, η αγάπη, η αγάπη – τι θυμάσαι από όλα αυτά τώρα που μεγάλωσες; και αν το να μεγαλώνεις σημαίνει ότι δεν θα ‘χεις πια μνήμες, γιατί μεγαλώνεις;

βράδια καλοκαιριού ωραία μεσ’ στα mojitos, τα άσπρα φορέματα και τα λινά πουκάμισα, η περατζάδες στα πλακόστρωτα και τα καλντερίμια, ξεχασμένες μπάντες, lounge μονοτονίες, ας κλείσει κάποιος τον ήχο γιατί το beat είναι πίσω από τους τοίχους ή έξω στους δρόμους, το βράδυ γυρνούσαμε αργά με λαϊκά στο ράδιο, με μουσικές που δε μιλούσε κανείς,  

μεσημέρι καλοκαιριού στην Σκιάθο, την Ύδρα, τη Ζάκυνθο, τους Παξούς, τα Αιγαιοπελαγίτικα και την Αμμουλιανή, την ώρα αυτή καταλαβαίνεις τη χώρα αυτή, κοιτάζοντας στον ουρανό και βλέποντας το μαύρο στο φως, το φως που σε τυφλώνει, που συσκοτίζει την όραση, που δε σ’ αφήνει να δεις, το φως, το φως, η μέθη, αυτά που δεν μπορούν να ειπωθούν με λέξεις, τα νοήματα της ζωής που τα ζεις και πάλι δεν τα καταλαβαίνεις

όλα αυτά λίγο πρόχειρα για την αποκατάσταση των πραγμάτων, τώρα που αυτή η χώρα έχει γίνει «πεδίο βολής φτηνό, που ασκούνται βρίζοντας ξένοι φαντάροι», τώρα που τα καλοκαίρια των επιγόνων ετοιμάζονται για μια καταστροφή, που θα είναι και αυτή ωραία.


ΥΓ: Ας γίνει οτιδήποτε. Ας καεί το Σύμπαν. Αλλά με το φόβο δεν μπορείς να ζεις πια. Ούτε με φόβο ούτε με ενοχές ούτε με ματαιώσεις. Κλείσε το γυαλί και βγες στους δρόμους. Θα συνεχίσεις να ζεις και το τέλος του κόσμου αργεί. Θα κάνεις ένα μακροβούτι κρατώντας το πολύτιμο της ανάσας και θα βγεις πάλι στο φως. Πώς αλλιώς; Μεγάλωσες με γράμματα ελληνικά.

   
Κωνσταντίνος Ν. Καρεμφύλλης