Σελίδες

Τετάρτη 12 Σεπτεμβρίου 2012

πριγκιπισσες

Χτίζεις Χτίζεις Χτίζεις ένα επιβλητικό κάστρο πολυτελές κ απόρθητο. Τα χρόνια περνούν κ διαπιστώνεις ότι δεν έχεις πριγκίπισσα. Διαλέγεις μια περαστική. Όμως να ξέρεις ότι καλύτερα ειναι να ζεις σε μια ταπεινή αγροικία με μια αληθινή πριγκίπισσα αρκεί να την έχετε χτίσει μαζί. Στην πρώτη περίπτωση κινδυνεύεις να βρεις όταν γυρνάς απ τα ταξίδια σου κάποιον άλλο κάτω από το πουπουλένιο πάπλωμα. Ενώ στη δεύτερη, για το μόνο που θα ανησυχείς θα είναι μην βρεθεί κανένα μπιζέλι κάτω από το στρώμα (...γιατί άμα δεν κάνει καλό ύπνο η πριγκίπισσα πως να μην βασιλέψουν τα ματάκια της, κι ας σε κοιτάζουν με λατρεία, και πώς να αναδυθεί ο ήλιος της μες απ τα σκοτεινά σου τα φιλιά;).

Δευτέρα 30 Απριλίου 2012

  

 





διανθίζοντας το έαρ


Έβρεξε αυτές τις μέρες, όσο έβρεξε και έναν ολόκληρο χειμώνα. Τις νύχτες ο ουρανός παρασκεύαζε τη δροσιά της επόμενης μέρας με ακριβά αρώματα και μυστικά υγρά και καμιά φορά δοκίμαζε πρόωρα τις χημείες του, ανοίγοντας τους κρουνούς μιας ύπαρξης τόσο μα τόσο διψασμένης για λύτρωση ή καθαρμό. Κάτι είναι και αυτό: να ξυπνάς από τον ήχο της βροχής μέσα στη νύχτα, να σηκώνεσαι και να εισπνέεις δροσερή υγρασία, να βλέπεις τα φώτα που επιμένουν στο βρεγμένο δρόμο και να ακούς τη μουσική των σταγόνων, μουσική που άκουγες πάντα ευχάριστα.

Τέτοιες στιγμές το μυαλό βάζει δυναμίτες στις παραδεδομένες (και παραδαρμένες) βεβαιότητες και παίρνει φωτιά από την αγωνία του αείροου χρόνου και τον αγώνα της μηδέποτε πληρωθείσας πληρότητας. Πιο απλά: για όποιον προτίθεται να αναγνωρίσει τα λάθη και τις πλάνες του, ο κόσμος θα ακροβατεί πάνω στη μοναδική στιγμή του να αλλάξει τη ζωή του ή να τη συνεχίσει πανομοιότυπη και αύριο, αλλάζοντας απλώς πλευρό στη ζεστή κουβέρτα των ψευδαισθήσεών του.
Ή αλλιώς: ο ύπνος επιμηκύνει τη ζωή, γι’ αυτό και ο κόσμος θα ανήκει στους ηλίθιους. Οι έξ-υπνοι θα καταλαβαίνουν τόσα, ώστε να μετατρέπονται σε δυστυχισμένες συνειδήσεις, στο μέτρο που διαρκώς θα αντιλαμβάνονται την ατέλεια ή την προβληματικότητα και διαρκώς θα προδίδονται από την ανεπάρκεια των όποιων δράσεων.
Ο κόσμος δεν είναι πάντα στο χέρι σου και έχεις ανάγκη τους άλλους, για μια πράξη της προκοπής.

Κατά τα άλλα η αδημονία μιας Άνοιξης σε πληρότητα είναι διάχυτη στον αέρα, αδημονία γι’ αυτό το άνοιγμα των πραγμάτων, του καιρού και της φύσης, άνοιγμα και υπόσχεση για μια επιτέλους ζωή στον πολιτισμό των Σαββατοκύριακων αλλά και των πορτοκαλί απογευμάτων. Ώρες που παίρνει κανείς τα πόδια ή το αυτοκίνητο και περιπλανιέται στα χωράφια, στα βουνά, στους δρόμους και στις έρημες παραλίες, μ’ έναν Vivaldi σφηνωμένο στο μυαλό ή μ’ ένα ατέρμονο lounge να διαλύει τους μύες και να ξεσφίγγει τα δόντια. Τι άλλο άραγε θέλει ο άνθρωπος, πέρα από μερικές στιγμές ηρεμίας, λίγον ορίζοντα ανοιχτό, μια παύση από τη μέριμνα, κάποια επαφή με τη γη, ένα κομμάτι ψωμί και τυρί;

Σύννεφα που κυνηγιούνται στον ουρανό, το ξετύλιγμα από τα φύλλα των δέντρων, η χλόη που την παρατηρείς να μεγαλώνει ανύποπτα μέρα με τη μέρα (όπως όλοι άλλωστε), εξορμήσεις σε δασικούς δρόμους με το φως να παίζει στις φυλλωσιές, ατελείωτες παραλίες με καθαρό βάθος και ακίνητα καράβια, υψώματα πολύχρωμα απ’ όπου ο Βαν Γκογκ οικονόμησε τη ζωή του, πετρίτες στον ουρανό και διάχυση του φωτός. Το φως, το φως, το φως που αυτουργεί. Ο δράστης των περιστάσεων.
Τα Αιγαιοπελαγίτικα, η Σάνη, η Σωζόπολη, η ακτή της Καλογριάς, το Πόρτο Κουφό, η Ουρανούπολη, η Βαρβάρα, το Κελί, τα Πυργαδίκια, η Μεταμόρφωση, η Κουτσούφλιανη, το Αρκοχώρι, τα Πηγάδια τότε και τώρα και πάντα, μέχρι το τέλος του μετρήσιμου χρόνου.

Ακούγονται κάπως αυτά στους καιρούς των αστικών περιπτύξεων και της λεγόμενης κρίσης, αλλά το ζήτημα είναι πως το τσιμέντο ήταν πάντα εκεί, στο μυαλό, και η κρίση είναι πια ο κλονισμός από την επίγνωση του πώς θα έπρεπε να ζεις και πώς τελικά έζησες. Και το ζήτημα είναι πια να ξαναβρείς τον εαυτό σου, αυτόν που χάθηκε μέσα στην αυταπάτη των αλαζονικών σου βεβαιοτήτων, να βρεις το κάλλος ενός κάλλιστου κόσμου που περιμένει βασανιστικά τα χρόνια για να ανακαλυφθεί, να αναγνωριστεί, να δικαιωθεί, να ανθίσει.
Μέχρι το τέλος του μετρήσιμου χρόνου.


Κωνσταντίνος Ν. Καρεμφύλλης

  


In Lisse, Netherlands, photo by Robin Utrecht

  
e.keimena@yahoo.gr

 

Τρίτη 17 Απριλίου 2012

ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΝΕΣΤΗ!

Καλή και ευλογημένη Ανάσταση !
ΧΑΙΡΕΤΕ! – ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΝΕΣΤΗ!
ναστάσιμος χαιρετισμός, πού διαμορφώθηκε στήν λληνική γλσσα καί μεταδόθηκε σ’ λους τούς ρθοδόξους καί στόν πόλοιπο χριστιανικό κόσμο, εναι τό «ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΝΕΣΤΗ»! Δέν εναι λόγος εχς, λλά χαιρετισμός καί διακήρυξη τς πίστεως στό γεγονός τς νάστασης το Χριστο, μέ ,τι ατό συνεπάγεται γιά τόν πιστό στόν Χριστό νθρωπο. Πόσοι μως γνωρίζουμε τι ναστάσιμος χαιρετισμός το Χριστο, μέσως μετά τήν νάστασή Του, εναι (καί πάλι) λληνικός λόγος «Χαίρετε»! Μέ ατό τόν χαιρετισμό πευθύνεται ναστάς Χριστός στίς Μυροφόρες, μόλις βγκαν πό τό «κενό μνημεο» (Ματθ. 28, 8-9). συνήθης ατή λληνική προσφώνηση, πό τήν ποχή τν μηρικν πν, ποκτ μιάν διαίτερη πνευματική καί χριστιανική σημασία. λέξη νανοηματοδοτεται, ντασσόμενη σέ να καθαρά γιοπνευματικό πλαίσιο, καί γίνεται τό πρτο «ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΝΕΣΤΗ» τς χριστιανικς στορίας.
 
Ο Μυροφόρες βγαίνουν πό τό μνημεο, στό ποο πγαν, γιά νά τελέσουν τά συνήθη νεκρικά θιμα στόν νεκρό Χριστό, μέ νάμικτα συναισθήματα «φόβου καί χαρς» (Ματθ, 28, 8), κάτι τό φυσιολογικό στή συνταρακτική πνευματική μπειρία, πού ζησαν, κούοντας πό τόν γγελο, τι Κύριός τους «γέρθη πό τν νεκρν» (στ.7). λόγος, λοιπόν, το Χριστο πρός ατές «Χαίρετε», ποκτ εδική σημασία, πού μπορε νά προσδιορισθε μέ τά κόλουθα λόγια: «Μή φοβεσθε (Ματθ. 28, 5), λλά χαίρετε! Νά ασθάνεσθε χαρά, διότι νάσταση, ς κφραση τς γάπης το Θεο, νικ τόν φόβο (Α’ ω. 1,18), λλά καί τόν θάνατο, κάθε εδος θανάτου, διότι εναι πηγή ζως, ζως αωνίου. κ το τάφου νέτειλε ζωή καί λπίδα».
νάσταση το Χριστο εναι, τσι, πηγή χαρς καί δέν μπορε νά κφρασθε ποδοτικότερα παρά μέ τόν (λληνικό) χαιρετισμό «Χαίρετε»! λέξη δέχεται χριστιανικά μιάν πέροχη πέρβαση. Δέν μένει στήν νδοϊστορική πραγματικότητα, σχετιζόμενη μέ πρόσκαιρα γαθά («χαίρε, γίαινε», καί σήμερα «γειά-χαρά»), λλά συνδεόμενη μέ περφυσικές μπειρίες, πως μετοχή στήν νάσταση το Χριστο καί βεβαιότητα γιά τήν νίκη πάνω στό θάνατο καί τήν ξουσία του στόν φθαρτό τοτο κόσμο.
πιστός στόν Χριστό λληνας χει σαφ γνώση, τι μέ τήν προσφώνηση «Χαίρετε», πού παναλαμβάνει πολλές φορές τήν μέρα, προσφωνε τούς λλους μέ τόν ναστάσιμο λόγο το Χριστο καλώντας τους στή μετοχή στό γεγονός τς νάστασης. Λέγοντας «Χαίρετε», γνώριζε τι λέγεις «Χριστός νέστη» μέ να λλο τρόπο.

 «ΕΝΟΡΙΑΚΗ ΕΥΛΟΓΙΑ» πρίλιος 2012 ριθμ. Τεχους 118

Πέμπτη 29 Μαρτίου 2012

"Ο Θεός πέθανε" - ζήτω ο Μολώχ!

E-mailΕκτύπωσηPDF
Θεόδωρος Ζιάκας    
Απ' όλα τα κατά καιρούς δημοσιεύματα στο Αντίφωνο, το μεγαλύτερο ενδιαφέρον στους σχολιαστές προκαλούν όσα επικεντρώνονται στην αντίθεση θεϊσμού-αθεϊσμού. Οι "άθεοί" μας, βαθύτατα πεπεισμένοι ότι "ο Θεός πέθανε" και ότι η ύπαρξή του είναι "ασυμβίβαστη με την επιστήμη", περνούν από γενεές δεκατέσσερις όσους προσπαθούν να αρθρώσουν αντίλογο. Κι αυτοί οι κακόμοιροι τους ακολουθούν στον τρόπο που οι "άθεοι" (τρομάρα τους) θέτουν το ζήτημα. Το αποτέλεσμα είναι απίστευτο. Αναπαράγεται μια διαπάλη εντελώς εκτός τόπου και χρόνου. Επειδή η εικόνα δεν μας τιμά καθόλου, προτείνω στους περί το θέμα παλαιστές, να διαβάσουν αν όχι όλο  το βιβλίο του Ζακ Ελλύλ, Μεταμόρφωση του αστού (εκδ. Νησίδες 2008), έστω την σελίδα 156 την οποία και παραθέτω: 
<<Θα μπορούσα να ξαναπιάσω κάθε συστατικό στοιχείο της κοινωνίας μας και να ξαναβρὡ για το καθένα την ακόλουθη συμφωνία σε τέσσερις κινήσεις, κάθε φορά τελείως ενορχηστρωμένη:
  1. Μια αύξηση της στερεότητας, της ακαμψίας, της αποτελεσματικότητας των συστημάτων και των δομών.
  2. Μια προσποιητή αδιαφορία του ανθρώπου απέναντί τους, θεωρώντας ότι, αφού τα πράγματα είναι έτσι, δεν θα μπορούσαν να είναι διαφορετικά.
  3. Μια παθιάζουσα και παθιασμένη ιδεολογική μάχη, με αμφισβήτηση εικόνων, πεποιθήσεων ή γεγονότων που έχουν ήδη ξεπεραστεί.
  4. Τέλος, η διαβεβαίωση ότι εκεί έγκειται η πραγματικότητα, το μόνο σημαντικό στοιχείο, το αληθινό πρόβλημα, το κέντρο του κόσμου και της κοινωνίας.

Αυτήν ακριβώς τη συμφωνία σε τέσσερις κινήσεις ονομάζω κυριολεκτικά ιδεολογία του μηδενός. Ο άνθρωπος αποδίδει την έσχατη σημασία σ' αυτό το οποίο έχει υπό τον έλεγχό του, σ' αυτό που ξέρει πως μπορεί να τροποποιήσει κατά βούληση ή να αρνηθεί. Πώς θα έκανε διαφορετικά; Έχει εδὡ και δύο αιώνες αποκτήσει τη βεβαιότητα της αυτονομίας του, της ελευθερίας του, της παντοδυναμίας του. Έχει μάθει να τροποποιεί τον κόσμο με τα εργαλεία του, έχει περιορίσει με την κριτική του κάθε δυνατότητα για άλλες διεξόδους. Και όταν ψάχνει να βρει από πού θα ερχόταν η βοήθεια, τώρα μπορεί μόνο να κοιταχτεί στον καθρέφτη και να σκεφτεί: «μόνον από εμένα». Πῶς θα μπορούσε να υποφέρει μια κατάσταση που αμφισβητεί την πραγματικότητά του; Απεναντίας, ποια ανωτερότητα δεν επιβεβαιώνει ακόμη όταν ο ίδιος αμφισβητεί τον εαυτό του;
Αλλά όχι στ' αλήθεια. Αυτό που θα αμφισβητήσει είναι μια έννοια του ανθρώπου - διόλου το έργο του.
'Ετσι, είμαστε πάρα πολύ περήφανοι που σκοτὡσαμε τον Θεό. Κακόμοιροι αθώοι! Ο Θεός απλώς έχει γίνει άλλος. Ἐχει ξαναγίνει Μολὡχ. Γιατί ο πραγματικός θεός της εποχής μας είναι η αγία Τριάδα Κράτος-Εργασία-Τεχνική, που απαιτεί από εσάς τα πάντα, παρέχοντάς σας κυριολεκτικά μια κάποια θεία χάρη. Αυτόν έπρεπε να σκοτὡσουμε! 'Οχι τον σκουληκοφαγωμένο γέροντα της Γενέσεως. Αλλά, απεναντίας, η επιχείρηση «θάνατος του Θεού» επιτρέπει να παραδοθούμε ολοκληρωτικά στον Μολώχ. [...]
Και αν επιμένω, αν φτάνω να δείξω ότι όλο το θρησκευτικό φαινόμενο έχει μεταβιβαστεί σ° αυτές τις συγκεκριμένες και φοβερές πραγματικότητες, τότε βλέπω τον συνομιλητή μου να αλλάζει ύφος, να με κοιτάζει με συμπόνια ή οργή ανάλογα με την ιδιοσυγκρασία του, και μετά να απομακρύνεται ακροποδητί. °Ετσι, η διακήρυξη του θανάτου του θεού επιτρέπει στη σκληρή συγκεκριμένη ανελέητη πραγματικότητα του κόσμου τούτου να παρουσιαστεί σαν Θεός, να λατρεύεται, να υπηρετείται -ποιος λοιπόν θα τολμούσε να της επιτεθεί και στο όνομα τίνος;- αφού ίσα-ίσα ο Θεός είναι νεκρός!>>

Πέμπτη 22 Μαρτίου 2012

ΓΙΑΤΙ Η ΓΥΝΑΙΚΑ ΔΕΝ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΓΙΝΕΙ ΙΕΡΕΑΣ

 

Μιλᾶμε, ἀδελφοί χριστιανοί, γιά τήν ἰσοτιμία τῶν δύο φύλων, ὅτι δηλαδή ὁ
ἄνδρας καί ἡ γυναίκα εἶναι ἰσότιμοι καί δέν ὑπερτερεῖ ὁ ἕνας ἔναντι τοῦ ἄλλου.
Ἀλλά ἄν ἡ γυναίκα εἶναι ἰσότιμη μέ τόν ἄνδρα, τότε γιατί ὁ Ἀπόστολος Παῦλος
λέει «ἡ γυναίκα νά φοβᾶται τόν ἄνδρα»; Σ᾽ αὐτό τό ἐρώτημα ἀπαντήσαμε μέ
τό προηγούμενο κήρυγμά μας. Ἀλλά καί ἕνα ἄλλο δεύτερο σχετικό ἐρώτημα προβάλλει: Γιατί ἡ γυναίκα δέν μπορεῖ νά γίνει ἱερεύς ὅπως καί ὁ ἄνδρας, ἀφοῦ εἶναι ἰσότιμη μέ αὐτόν; Σ᾽ αὐτό τό ἐρώτημα θά ἀφιερώσω τό σημερινό  μου κήρυγμα, ἀδελφοί, καί παρακαλῶ πολύ νά τό προσέξετε. Ἀπό τήν ἀρχή ὅμως σᾶς λέγω ὅτι τό θέμα αὐτό εἶναι βαθύ, χρειάζεται μελέτη πολλή καί ὁμολογῶ ὅτι δέν την ἔχω κάνει τήν μελέτη αὐτή. Μερικά μόνο, δυό-τρία πράγματα, θά πῶ στό σοβαρό αὐτό θέμα, πού τά θεωρῶ ἰσχυρά.

1. Τό πρῶτο ἐπιχείρημα στό γιατί ἡ γυναίκα δέν μπορεῖ νά γίνει ἱερεύς, τό
παίρνω ἀπό τήν παράδοση τῆς Ἐκκλησίας μας. Πουθενά, οὔτε στήν Ἁγία Γραφή οὔτε στά βιβλία τῶν ἁγίων Πατέρων ἤ στά ἱερά Συναξάρια, πουθενά, λέγω, δεν βλέπουμε τήν γυναίκα νά λειτουργεῖ ὡς ἱερέας. Μόνο στήν εἰδωλολατρία φαίνεται ἡ γυναίκα ὡς ἱέρεια.

2. Δεύτερο ἐπιχείρημα: Ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ πού σαρκώθηκε στήν Κοιλία τῆς
Παναγίας μας, ὁ Ἀρχιερέας Χριστός, ἔλαβε ἀνδρώα φύση, γι᾽ αὐτό καί περιε-
τμήθη. Μήν πεῖ ὅμως κανένας ὅτι σώθηκαν μόνο οἱ ἄνδρες καί ὄχι οἱ γυναῖκες,
ἐπειδή ὁ Χριστός ἔλαβε φύση ἀνδρός. Ὄχι, γιατί ἡ ἀνδρώα φύση ἐκφράζει ὅλη τήν ἀνθρώπινη φύση. Θυμηθεῖτε αὐτό πού σᾶς ἔλεγα ἄλλοτε ὅτι τά δύο φύλα δημιουργήθηκαν στήν ἀρχή ἑνοποιημένα, μέ ἀνδρώα ὅμως φύση: Ὁ Ἀδάμ. Και ὅταν λοιπόν ὁ ἄνδρας ὡς ἱερεύς ὑπηρετεῖ τόν Θεό, τόν ἱερατεύει ὅλη ἡ ἀνθρώπινη φύση καί ὄχι ὁ ἄνδρας μόνο. Γι᾽ αὐτό πού σᾶς λέω, γιά τήν συμπερίληψη δηλαδή καί τῆς γυναικείας φύσεως στόν ἄνδρα, θά σᾶς ἀναφέρω ἕνα παράδειγμα ἀπό την Ἁγία Γραφή: Ὅταν ὁ Ἰωσήφ διηγήθηκε στόν πατέρα του τό θεϊκό ὄνειρο πού εἶδε, ὅτι τόν προσκυνοῦσαν ὁ ἥλιος, ἡ σελήνη καί οἱ ἕνδεκα ἀστέρες, ὁ πατέρας Ἰακώβ τό ἑρμήνευσε σωστά, ὅτι θά τόν προσκυνήσουν ὁ πατέρας του, ἡ μητέρα του καί τά ἕνδεκα ἀδέλφια του (βλ. Γεν. 37,10). Καί πραγματικά, ὅπως γνωρίζουμε ἀπό τήν ἱστορία τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, τόν Ἰωσήφ, πού ἔγινε ἀντιβασιλέας τῆς Αἰγύπτου, τόν προσκύνησαν τά ἀδέλφια του, ὁ πατέρας του, δέν τον προσκύνησε ὅμως ἡ μητέρα του, γιατί αὐτή εἶχε πεθάνει! Τί λοιπόν; Δέν ἐκπληρώθηκε ἀκριβῶς τό θεϊκό ὄνειρο; Καί βέβαια ἐκπληρώθηκε, λέγει ὁ ἱερός Χρυσόστομος! Γιατί ὁ ἄνδρας καί ἡ γυναίκα εἶναι ἕνα πράγμα στόν γάμο. Ἀφοῦ λοιπόν προσκύνησε τόν Ἰωσήφ ἡ κεφαλή, δηλαδή ὁ Ἰακώβ, τόν προσκύνησε καί τό ὑπόλοιπο σῶμα, δηλαδή ἡ γυναίκα του, ἡ μητέρα τοῦ Ἰωσήφ, ἡ Ραχήλ. «Ἐπεί οὖν
κεφαλή τῆς γυναικός ὁ ἀνήρ, “καί ἔσονται, φησίν, οἱ δύο εἰς σάρκα μίαν”· τῆς
κεφαλῆς προσκυνησάσης, δηλονότι καί τό σῶμα ἅπαν ταύτῃ εἵπετο».1 Ἄνδρας λοιπόν γίνεται ἱερεύς καί ἱερατεύει τόν Θεό, ἀλλά στόν ἄνδρα συμπεριλαμβάνεται καί ἡ γυναίκα. Ἡ δέ γυναίκα προσφέρει τά δῶρα στόν ἱερέα, γιά νά τά προσκομίσει αὐτός στόν Θεό. Ὥστε λοιπόν στήν προετοιμασία γιά τήν Θεία Λειτουργία περιλαμβάνεται καί ἡ εὐλαβής γυναίκα, ἡ ὁποία ζυμώνει τό πρόσφορο γιά νά το φέρει στόν ἱερέα.

3. Τρίτο ἐπιχείρημα: ἱερεύς εἶναι ἀνώτερος ὅλων, εἶναι ἄρχοντας, γιατί
ἱερωσύνη εἶναι πραγματικά ὑψηλοτέρα πάντων. Διοικεῖ λοιπόν ὁ ἱερεύς στήν
Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ, ὡς μέτοχος στό ἀρχιερατικό, προφητικό καί βασιλικό
ἀξίωμα τοῦ Χριστοῦ. Αὐτό ὅμως δέν μπορεῖ νά λεχθεῖ γιά τήν γυναίκα, ὡς ἱέρεια, γιατί ἡ γυναίκα εἶναι σέ ἐπιτίμιο νά κυριεύεται ἀπό τόν ἄνδρα καί ὄχι νά αὐθεντεύει αὐτοῦ (βλ. Γεν. 3,16. Α΄ Τιμ. 2,12). Καί μέσα στήν παραδείσια κατάσταση, πού τά δύο φύλα εἶναι ἰσότιμα, ἡ γυναίκα δέν πρέπει νά λησμονεῖ τό ἐπιτίμιό της, τό «πρός τόν ἄνδρα ἡ ἀποστροφή σου καί αὐτός σου κυριεύσει», γιατί στήν πραγματικότητα εἴμαστε στήν πτωτική κατάσταση. Γι᾽ αὐτό καί ὁ ἀπόστολος λέγει «ἡ δέ γυνή ἵνα φοβῆται τόν ἄνδρα», μέ τόν ἀντιθετικό σύνδεσμο «δέ». Δηλαδή: Ναί μέν ἡ γυναίκα εἶναι ἰσότιμη μέ τόν ἄνδρα, ναί μέν ἡ σχέση της μέ τόν ἄνδρα στόν γάμο εἶναι στενή καί ἱερή, ὅσο ἡ σχέση Χριστοῦ καί Ἐκκλησίας, ἀλλά δεν πρέπει αὐτή νά λησμονεῖ τήν ὑποταγή της σ᾽ αὐτόν. Ἡ γυναίκα, λοιπόν, λόγω τοῦ ἐπιτιμίου της, πού ἔλαβε κατά τήν πτώση, δέν μπορεῖ νά γίνει ἱερέας, γιατί δέν μπορεῖ νά ἄρχει στήν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ.

4. Τέλος, λέγουμε ὅτι ἡ γυναίκα δέν μπορεῖ νά γίνει ἱερέας, γιατί κατά τήν
φύση της ἐκφράζει περισσότερο τήν πτωτική κατάσταση. Ἔτσι διαβάζουμε στο Ἱερό Πηδάλιο ὅτι οἱ Πατέρες ἐμπόδισαν τήν γυναίκα νά εἰσέρχεται στό ἱερό βῆμα καί νά ὑπηρετεῖ στά Μυστήρια «διά τήν τῶν καταμηνίων κάκωσιν», γιά την μηνιαία ἀδιαθεσία της.2 Ἐχειροθετεῖτο δέ παλαιότερα ἡ γυναίκα διάκονος, ἡ διακονία της ὅμως δέν ἦταν, ὅπως τοῦ ἄνδρα διακόνου, μέσα στό ἱερό Βῆμα, ἀλλά ἔξω ἀπό αὐτό. Ἡ διάκονος γυναίκα βοηθοῦσε κατά τήν βάπτιση τῶν γυναικῶν ἤ σέ ἄλλες ὑπηρεσίες, πού ἦταν ἀνάρμοστο νά ὑπηρετεῖ ὁ ἄνδρας διάκονος, ἐκτός ὅμως τοῦ ἱεροῦ Βήματος.

5. Ἄς μή ζητάει λοιπόν ἡ γυναίκα νά γίνει ἱερεύς, πράγμα πού δέν ἔγινε ποτέ
στήν Ἐκκλησία μας. Ἄς μήν ξεχνάει ἡ γυναίκα ὅτι σάν μητέρα μπορεῖ νά κάνει
τό παιδί της ἱερέα ἤ ὅτι καί ἡ ἴδια ἄν τό θέλει, μπορεῖ νά φορέσει τό τίμιο ράσο καί νά γίνει μοναχή. Μία τοιαύτη παρθένον, ἀφιερωμένη στόν Χριστό, ὁ ἱερός Χρυσόστομος, θαυμάζοντάς την, λέγει: «Ὤ τήν ἱέρειαν»!

1. Εἰς τήν Γένεσιν, ὁμιλία ΞΣΤ΄, εἰς ΑΑΠ 51,630D, σ. 177.
2. Βλ. Πηδάλιον, ἔκδοσις «Ἀστήρ», σ. 150 (ὑποσημείωση).

Απόσπασμα από το περιοδικό «Απλή Κατήχηση»
Τεύχος Ιούλιος-Αὔγουστος 2011 – Ἀριθμ. 52
http://imgortmeg.gr/index.php?option=com_docman&Itemid=10

Τρίτη 6 Μαρτίου 2012

οι κήποι του μαρτίου

lucio battisti - οι κήποι του μαρτίου


Το καροτσάκι περνούσε και ο άνθρωπος εκείνος φώναζε «παγωτά»
στις 21 του μήνα τα χρήματά μας είχαν τελειώσει
σκεφτόμουν τη μητέρα μου και θυμόμουν τα φορέματά της
το πιο όμορφο ήταν μαύρο, με λουλούδια που δεν είχαν ακόμα μαραθεί

Έξω από το σχολείο παιδιά πουλούσαν βιβλία
καθόμουν εκεί κοιτάζοντάς τα, προσπαθώντας να βρω το κουράγιο να τα μιμηθώ
έπειτα ηττημένος επέστρεψα για να παίξω με τα σαράκια του μυαλού
και το βράδι στο τηλέφωνο με ρωτούσες γιατί δε μιλώ

Ποια χρονιά είναι; Ποια μέρα είναι;
Αυτή είναι η στιγμή να ζήσω μαζί σου
Τα χέρια μου όπως βλέπεις δεν τρέμουνε πια
Κι έχω στην ψυχή μου, στο βάθος της ψυχής μου
Απέραντους ουρανούς και απέραντη αγάπη
Κι ύστερα ακόμη περισσότερη αγάπη, αγάπη για σένα
Ποτάμια γαλάζια, λόφους και λιβάδια
Όπου τρέχουνε γλυκύτατες οι δικές μου μελαγχολίες
Το σύμπαν βρίσκει τη θέση του μέσα μου
Μα το κουράγιο εκείνο να ζω, εκείνο πλέον δεν υπάρχει.

Οι κήποι του Μαρτίου ντύθηκαν με καινούργια χρώματα
κι οι νέες γυναίκες αυτό το μήνα ζουν καινούργιες αγάπες
περπατούσες πλάι μου και ξαφνικά είπες «Εσύ πεθαίνεις…»
«αν με βοηθήσεις είμαι σίγουρη ότι θα το ξεπεράσω»
μα ούτε μια λέξη να ξεδιαλύνει τις σκέψεις μου
συνέχισα να περπατώ αφήνοντάς σε πίσω, αρτίστα του χθες

Ποια χρονιά είναι; Ποια μέρα είναι;
Αυτή είναι η στιγμή να ζήσω μαζί σου
Τα χέρια μου όπως βλέπεις δεν τρέμουνε πια
Κι έχω στην ψυχή μου, στο βάθος της ψυχής μου
Απέραντους ουρανούς και απέραντη αγάπη
Κι ύστερα ακόμη περισσότερη αγάπη, αγάπη για σένα
Ποτάμια γαλάζια, λόφους και λιβάδια
Όπου τρέχουνε γλυκύτατες οι δικές μου μελαγχολίες
Το σύμπαν βρίσκει τη θέση του μέσα μου
Μα το κουράγιο εκείνο να ζω, εκείνο πλέον δεν υπάρχει.


για τη μετάφραση:
Κωνσταντίνος Ν. Καρεμφύλλης

Σάββατο 11 Φεβρουαρίου 2012

το θολωμένο σου μυαλό


Το βράδυ που άλλαζε ο χρόνος κοίταζα μια πόλη από ψηλά. Έτυχε και άλλες χρονιές, την ίδια στιγμή να κοιτάζω την ίδια πόλη κάπου στη μακεδονική ενδοχώρα - ψηλά βουνά και κρύο που κατεβαίνει από το βορρά, στέγες σπιτιών, φωταγωγημένοι δρόμοι, φωτεινά σημεία που υποψιαζόσουν ότι υπήρχε πλατεία ή ξέφωτο και στο βάθος τα χωριά του κάμπου. Τα μυστικά του βάλτου. Κάθε χρόνο την ώρα της αλλαγής του χρόνου πέφταν ντουφεκιές και πυροτεχνήματα – κάποιοι έβρισκαν πάντα το λόγο να γιορτάζουν.

Φέτος δεν είχε ντουφεκιές δεν είχε πυροτεχνήματα δεν είχε κόρνες και ολονύκτια ρεβεγιόν. Ο κόσμος δεν είχε διάθεση. Μόνο χειμώνας βαρύς, φόβος και αβεβαιότητα. Ούτε γιορτή ούτε σχόλη. Ένα γενικό μούδιασμα: Έξω βγαίνουν και συζητούν τα ίδια. Μέσα συζητούν και λένε τα ίδια. Κι όταν ονειρεύονται, πάλι τα ίδια ονειρεύονται. Δηλαδή τους εφιάλτες της επόμενης μέρας.

Ο κόσμος έχει θολώσει: κάθε βράδυ στα δελτία των ειδήσεων ολοκληρωτικές καταστροφές και μεταπυρηνικά τοπία, αναλύσεις ένθεν κακείθεν, επιχειρήματα, προβλέψεις, εικασίες, προφητείες, σεισμοί, λιμοί, λοιμοί, καταποντισμοί. Στο ίντερνετ γενικευμένος θόρυβος, λέξεις που ακροβατούν προσπαθώντας να περιγράψουν, αδάπανα ψηφία, τρελαμένα τρολ και άνθρωποι γνώριμοι μόνο σε μια κοινότητα, που ανοίγει τον υπολογιστή, έχει πρόσβαση, διαβάζει και ψάχνεται.
Ε και;

Κάθε δυο μήνες ένα καινούργιο ραντεβού με την καταστροφή. Είτε ως σκοπός είτε ως αποτέλεσμα, αυτό που μένει από όλη αυτή την τρέλα είναι η εξουθένωση: το Πλήθος περιμένει τη Λύση από τους Μεσσίες (όπου βλέπεις κεφαλαία στις λέξεις άρχιζε να φοβάσαι αυτόν που τις επινοεί – βλαμμένος είναι από αλήθειες που αυτός μόνο κατέχει). Τι καλό μπορείς να περιμένεις από όλα αυτά; 
Τα φοβισμένα πρόβατα γίνονται περισσότερο πρόβατα και περισσότερο φοβισμένα.

Δε γνωρίζω ποιο από τα δύο είναι χειρότερο: η κατάσταση του κοπαδιού ή ο φόβος. Το ένα που γίνεται προϋπόθεση για το άλλο. Σε κάθε περίπτωση αυτό που μένει ως τελικό αποτέλεσμα είναι η ήττα. Μια ήττα παντού: στα μάτια των ανθρώπων, στο γέλιο που λιγοστεύει, στις μαύρες σκέψεις της νύχτας, στην πολιτική, στις τσέπες που αδειάζουν, στην καλή ζωή, στο καλό των ανθρώπων.
Στο άδειο των δρόμων, των μαγαζιών, των βλεμμάτων.

Πώς στέκεται κανείς μπροστά σ’ αυτό που εμφανίζεται ως ήττα; Τώρα που καταρρέουν η μία μετά την άλλη οι αλαζονικές βεβαιότητες; Τώρα που η χώρα έγινε ένα ‘‘πεδίο βολής φτηνό που ασκούνται βρίζοντας ξένοι φαντάροι’’; Μπροστά στις συνέπειες των πράξεων, εκείνων που έκανε, αλλά και προπάντων εκείνων που δεν έκανε; Τώρα που το πάρτι έλαβε τέλος και είτε ο ίδιος έλαβε μέρος (μέσα ή έξω από τα γραφεία βουλευτών, υπουργών, παραγόντων, πολιτικάντηδων, δεσποτάδων, δικηγόρων, δικαστών, τραπεζιτών, εφοριακών – αδιάφορο) είτε δε μετείχε πουθενά, δεν πήρε μέρος σε κανένα πάρτι, δε θέλησε να συγχρωτιστεί με τους ελληναράδες νεοέλληνες που κατέκλυσαν σαν αρρώστια τη χώρα, δεν ενθυλάκωσε λεφτά για τα βγάλει τώρα ως γνήσιος πατριώτης στη Ελβετία και τώρα καλείται να σφουγγαρίσει το ξερατό όσων εξέρχονται του πάρτι, να υπομείνει το δικό τους hangover με τέλη ακινήτων, εισφορές αλληλεγγύης (sic) και άλλα καραγκιοζιλίκια. (Η γλώσσα προδίδει, κυρίως από την γελοιότητα εκείνων που προσπαθούν να παρουσιάσουν το χοντρό τους σβέρκο ως βάση διανοητικής υπεροχής και εξακολουθεί βεβαίως να ισχύει ότι η αλήθεια είναι δείκτης τους εαυτού της).

Άσχετα με το αν το αποτέλεσμα είναι το ίδιο (όλοι φωνάζουν), δε φωνάζουν όλοι από την ίδια αφετηρία, για τους ίδιους λόγους, με τον ίδιο σκοπό: άλλοι ωρύονται γιατί απώλεσαν την προνομιακή τους σχέση με την εξουσία και το χρήμα και άλλοι γιατί, παρότι δε χόρεψαν ποτέ κομπαρσίτα με τα τσακάλια που κατέβηκαν από τα βουνά, δε συναγελάστηκαν ποτέ με τα υστερόβουλα βλαχαδερά που λυμαίνονταν επί δεκαετίες τη χώρα, τώρα καλούνται να γίνουν απόλυτα φτωχοί για να σωθεί (η χώρα).
Η χώρα των τσακαλιών που αλυχτούν στις νύχτες των δελτίων.

Πώς στέκεται κανείς μπροστά στην ερημία μιας κοινωνίας, που χάνει σιγά σιγά το φως της (το φως ως φωτεινότητα, χαρά, ελευθερία, θετική ανάγνωση της ζωής – ένα σταθερό ‘‘θα τα καταφέρουμε’’ σε αντίθεση με ένα επιδεικτικά αδιάφορο έως και μοιρολατρικό ‘‘έχει ο Θεός’’);

Το βέβαιο για την έλευση μιας καταστροφής είναι ο προηγούμενος πολλαπλασιασμός των πιστών της. Αργά και σταθερά επέρχεται η μετάσταση της ματαιότητας για τον κάθε αγώνα. Και η ήττα έρχεται σ’ αυτούς που δεν πίστεψαν ποτέ σε κανέναν αγώνα. Και για αρκετούς, η διαφαινόμενη καταστροφή είναι μια κάποια λύση. Αφού πρώτα διασφάλισαν τον εαυτό τους από τις συνέπειές της.

Αλλά κανένας αγώνας δεν έχει χαθεί μέχρι να συνειδητοποιήσεις ότι χάθηκε.
Θα μετρηθούμε από το αποτέλεσμα.
Από την εξέγερση ή τη συνέχεια της μελαγχολίας.


Κωνσταντίνος Ν. Καρεμφύλλης



from the edge of deep blue sea
from the edge of deep blue sea