Σελίδες

Πέμπτη 28 Απριλίου 2011

Η αποφατική σημαντική του προσώπου

Η αποφατική σημαντική του προσώπου

E-mailΕκτύπωσηPDF
του Χρή­στου Γι­αν­να­ρά

Με τη λέ­ξη πρό­σω­πο προσ­δι­ο­ρί­ζου­με μι­α υ­παρ­κτι­κή πρα­γμα­τι­κό­τη­τα. Το πρό­σω­πο υ­πο­στα­σι­ά­ζει (συ­γκρο­τεί σε υ­πό­στα­ση, σε συ­γκε­κρι­μέ­νο υ­παρ­κτι­κά γε­γο­νός) έ­ναν τρό­πο υ­πάρ­ξε­ως.
Την έκ­φρα­ση τρό­πος της υ­πάρ­ξε­ως την χρη­σι­μο­ποι­ού­με γι­α να ε­πι­ση­μά­νου­με ό­χι μό­νο την υ­παρ­κτι­κή πρα­γμα­τι­κό­τη­τα του προ­σώ­που, αλλά και την υ­παρ­κτι­κή πρα­γμα­τι­κό­τη­τα της φύ­σης. Ο­νο­μά­ζου­με φύ­ση την υ­παρ­κτι­κή ο­μο­εί­δει­α, τον κοι­νό τρό­πο υ­πάρ­ξε­ως ο­μο­ει­δών υ­πο­στά­σε­ων.
Δι­α­κρί­νου­με τον τρό­πο της υ­πάρ­ξε­ως με α­να­φο­ρά σε υ­παρ­κτι­κές δυ­να­τό­τη­τες - ε­νέρ­γει­ες πού τον κα­θο­ρί­ζουν. Μι­λά­με γι­α την ο­μο­εί­δει­α μι­ας συ­γκε­κρι­μέ­νης φύ­σης ή ου­σί­ας α­να­φε­ρό­με­νοι σε κοι­νές δυ­να­τό­τη­τες - ε­νέρ­γει­ες των υ­πο­στά­σε­ων αυ­τής της φύ­σης, ό­πως και στον κοι­νό τρό­πο εκ­φο­ράς ή πρα­γμά­τω­σης αυ­τών των ε­νερ­γει­ών.
Στην πε­ρί­πτω­ση των προ­σω­πι­κών υ­πάρ­ξε­ων ε­πι­ση­μαί­νου­με την ομο­εί­δει­α κοι­νών φυ­σι­κών ε­νερ­γει­ών, αλ­λά ταυ­τό­χρο­να και τη δυ­να­μι­κή ε­τε­ρό­τη­τα του τρό­που εκ­φο­ράς ή πρα­γμά­τω­σης αυ­τών των κοι­νών ε­νερ­γει­ών. Κα­τα­νο­ού­με την υ­παρ­κτι­κή ε­τε­ρό­τη­τα του προ­σώ­που ως ε­λευ­θε­ρί­α α­πό τον κοι­νό και α­δι­α­φο­ρο­ποί­η­το τρό­πο υ­πάρ­ξε­ως της φύ­σης. Η υπαρ­κτι­κή ε­τε­ρό­τη­τα του προ­σώ­που εί­ναι και προ­κα­θο­ρι­σμέ­νη α­πό τη φύ­ση (βι­ο­λο­γι­κή ε­τε­ρό­τη­τα του DNA, μορ­φο­λο­γι­κή και χα­ρα­κτη­ρο­λο­γι­κή ε­τε­ρό­τη­τα), αλ­λά και δυ­να­τό­τη­τα α­πο­δέ­σμευ­σης α­πό τις α­να­γκαι­ό­τη­τες που ε­πι­βάλ­λει ως υ­παρ­κτι­κό γε­γο­νός η ο­μο­εί­δει­α της φύ­σης.
Η υ­παρ­κτι­κή ε­τε­ρό­τη­τα του αν­θρώ­πι­νου προ­σώ­που βι­ώ­νε­ται μέ­σω των ψυ­χι­κών ε­νερ­γει­ών της κοι­νής φύ­σης ως μο­να­δι­κή, α­νό­μοι­α και ανε­πα­νά­λη­πτη ταυ­τό­τη­τα του κά­θε προ­σώ­που. Βι­ώ­νε­ται τό­σο ως αυ­το­συ­νει­δη­σί­α ε­τε­ρό­τη­τας, ως υ­πο­κει­με­νι­κή αυ­τε­πί­γνω­ση, ό­σο και ως εμπει­ρί­α λο­γι­κής ή δη­μι­ουρ­γι­κής ε­τε­ρό­τη­τας, μο­να­δι­κό­τη­τας λό­γου ενδι­ά­θε­του ή ε­κτός (με έ­ξω­θεν μέ­σα) εκ­φρα­σμέ­νου. Η φι­λο­σο­φι­κή σημα­ντι­κή ή γλώσ­σα των πα­ρα­πά­νω δι­α­τυ­πώ­σε­ων μπο­ρεί να χρη­σι­μεύ­σει ως βά­ση γι­α μι­α ικα­νο­ποι­η­τι­κή α­νά­λυ­ση και πε­ρι­γρα­φή του προ­σω­πι­κού τρό­που υ­πάρ­ξε­ως του αν­θρώ­που. Γεν­νι­ώ­νται ό­μως ση­μα­ντι­κό­τα­τα προ­βλή­μα­τα ση­μα­ντι­κής ή γλώσ­σας, μό­λις τολ­μή­σου­με να χρη­σι­μο­ποι­ή­σου­με την ί­δι­α αυ­τή εκ­φρα­στι­κή και στον χώ­ρο της εκ­κ­λη­σι­α­στι­κής εμπει­ρί­ας.
Η νό­η­ση και η γλώσ­σα εί­ναι ε­νέρ­γει­ες -δυ­να­τό­τη­τες της κτι­στής ανθρώ­πι­νης φύ­σης- πε­ρι­ο­ρί­ζο­νται α­να­πό­φευ­κτα στις γνω­στι­κές δυ­να­τό­τη­τες και ε­μπει­ρι­κές προϋ­πο­θέ­σεις του κτι­στού αν­θρώ­που. Βέ­βαι­α, μπορού­με νο­η­τι­κά να συλ­λά­βου­με καί να εκ­φρά­σου­με γλωσ­σι­κά την αντι­θε­τι­κή υ­πέρ­τα­ση ή την α­να­γω­γή στο α­πό­λυ­το των ε­μπει­ρι­ών μας από την κτι­στή πρα­γμα­τι­κό­τη­τα. Μι­λά­με γι­α το ά­κτι­στο, το ά­χρο­νο, το α­δι­ά­στα­το, το ά­πει­ρο, μι­λά­με γι­α πα­ντο­δυ­να­μί­α, παν­σο­φί­α, α­θα­να­σί­α. Αλ­λά μας εί­ναι α­δύ­να­το να προ­σεγ­γί­σου­με ε­μπει­ρι­κά ο­ποι­ο­δή­πο­τε υπαρ­κτι­κό εν­δε­χό­με­νο έ­ξω α­πό τον χρό­νο, το χώ­ρο, τη μορ­φή. Ας σταθού­με σε έ­να συ­γκε­κρι­μέ­νο πα­ρά­δει­γμα: Ή εκ­κ­λη­σι­α­στι­κή ε­μπει­ρί­α βεβαι­ώ­νει ό­τι η προ­σω­πι­κή ύ­παρ­ξη του αν­θρώ­που δεν τε­λει­ώ­νει με τον θά­να­το. Ό θά­να­τος α­φα­νί­ζει τη φύ­ση, δη­λα­δή τις ε­νέρ­γει­ες της α­το­μι­κής φύ­σης, αλ­λά δεν α­φα­νί­ζει την υ­πό­στα­ση του προ­σώ­που.
Τι ό­μως υ­πο­στα­σι­ά­ζει το πρό­σω­πο ό­ταν α­ναι­ρε­θούν οι υ­παρ­κτι­κές ενέρ­γει­ες της φύ­σης; Πώς να συλ­λά­βου­με και πώς να ση­μά­νου­με μι­αν ύπαρ­ξη δί­χως φύ­ση; Ό ά­γι­ος Α­να­στά­σι­ος ο Σι­ναϊ­της εί­ναι ί­σως ο μό­νος εκ­κ­λη­σι­α­στι­κός συγ­γ­ρα­φέ­ας πού δι­α­τυ­πώ­νει α­πε­ρί­φρα­στα το πρό­βλη­μα: στην κα­τά­στα­ση του θα­νά­του, λέ­ει, «η ψυ­χή (λέ­ξη συ­νώ­νυ­μη στην εκ­κ­λη­σι­α­στι­κή γραμ­μα­τεί­α με το πρό­σω­πο ή την υ­πό­στα­ση) οὐκ ἔ­τι δύ­να­ται ἐ­νερ­γεῖν , ὡς ἐ­νερ­γεῖ δι­ὰ τῶν μο­ρί­ων τοῦ σώ­μα­τος. Οὐ λα­λεῖν, οὐ μι­μνή­σκε­σθαι, οὐ δι­α­κρί­νειν, οὐκ ἐ­πι­θυ­μεῖν, οὐ λο­γί­ζε­σθαι, οὐ θυ­μοῦ­σθαι, οὐ κα­θο­ρᾶν, ἀλ­λ’ ἐν συ­νοί­ᾳ τι­νὶ κα­θ’ ἑ­αυ­τὴν ὑ­πάρ­χει» (Ο­δη­γός, Ε­ρωτ. Π­θ' ).
Ε­δώ οι νο­η­τι­κές μας προσ­λαμ­βά­νου­σες και ή γλωσ­σι­κή μας ση­μα­ντι­κή φτά­νουν σε α­δι­έ­ξο­δο. Α­κό­μα και τις τε­λι­κές δι­α­τυ­πώ­σεις του Α­να­στα­σί­ου Σι­ναί­τη α­δυ­να­τού­με να τις πα­ρα­κο­λου­θή­σου­με: Τι ση­μαί­νει μί­α ύ­παρ­ξη «ἐν συ­νοί­ᾳ τι­νὶ κα­θ’ ἑ­αυ­τὴν;». Πώς ε­νερ­γεί­ται ή ύ­παρ­ξη δί­χως υ­παρ­κτι­κές ε­νέρ­γει­ες, τι υ­πο­στα­σι­ά­ζει η υ­πό­στα­ση αν ό­χι τη φύ­ση, το υπαρ­κτι­κά γε­γο­νός των φυ­σι­κών ε­νερ­γει­ών; «Πῶς, ἐ­κτὸς τοῦ ἐν ὦ τὸ εἶ­ναι ἐ­κο­μί­σα­το, συ­νί­στα­σθαι πέ­φυ­κε;» γι­α να ε­πα­να­λά­βου­με το ερώ­τη­μα του Ι­ωάν­νη της Κλί­μα­κος.
Δεν έ­χου­με τρό­πο να κα­τα­νο­ή­σου­με το πρό­σω­πο δί­χως τις φυ­σι­κές ι­κα­νό­τη­τες της νό­η­σης, του λό­γου, της κρί­σης, της φα­ντα­σί­ας, της θέ­λη­σης, να το συλ­λά­βου­με αν-ει­δο, α­ναί­σθη­το ά­λο­γο, α­δι­ά­στα­το, ά­χρο­νο. Και η α­δυ­να­μί­α της νο­η­τι­κής μας εμ­βέ­λει­ας και της γλωσ­σι­κής μας σημα­ντι­κής μοι­ά­ζει κυ­ρι­ο­λε­κτι­κά α­νυ­πέρ­βλη­τη, ό­ταν η εκ­κ­λη­σι­α­στι­κή ε­μπει­ρί­α χρη­σι­μο­ποι­εί τις λέ­ξεις πρό­σω­πο και υ­πό­στα­ση στην πε­ρί­πτω­ση του τρό­που της θεί­ας Υ­πάρ­ξε­ως. Έ­χει η Εκ­κ­λη­σί­α την ι­στο­ρι­κή εμπει­ρί­α τρι­ών θεί­ων Προ­σώ­πων ή Υ­πο­στά­σε­ων. Μας βε­βαι­ώ­νει ό­τι ο α­ρι­θμός τρί­α κα­τα­χρη­στι­κώς χρη­σι­μο­ποι­εί­ται, γι­α­τί στην πε­ρί­πτω­ση του θε­ού δεν α­ρι­θμού­νται μο­νά­δες πού δι­αι­ρούν και τε­μα­χί­ζουν την ε­νό­τη­τα της θεί­ας Ύ­παρ­ξης και ζω­ής. Κα­τα­χρη­στι­κή εί­ναι και η κα­τα­φυ­γή στη λέ­ξη φύ­ση ή ου­σί­α προ­κει­μέ­νου πε­ρί του θε­ού, α­φού ή ά­κτι­στη πρα­γμα­τι­κό­τη­τά του υ­πέρ­κει­ται των α­να­γκαι­ο­τή­των πού ε­πι­βάλ­λει κά­θε ο­ρι­σμός. Μό­νο η χρή­ση της λέ­ξης Πρό­σω­πο μοι­ά­ζει να μην εί­ναι κα­τα­χρη­στι­κή στην εκ­κ­λη­σι­α­στι­κή γλώσ­σα. Δεν βρί­σκου­με κα­μι­ά δι­α­τύ­πω­ση του τύ­που «υ­πέρ-προ­σω­πι­κό Πρό­σω­πο», ό­πως συ­να­ντά­με συ­χνά την έκφρα­ση «υ­πε­ρού­σι­ος Ου­σί­α».
Έ­νας ρι­ζο­σπα­στι­κός α­πο­φα­τι­σμός θα στα­μα­τού­σε τη θε­ο­λο­γί­α (και τη με­τά-φυ­σι­κή αν­θρω­πο­λο­γί­α) στα ό­ρι­α πού κά­ποι­α στι­γμή θέ­τει ο Από­στο­λος Παύ­λος στη γλωσ­σι­κή ση­μα­ντι­κή: Η α­να­φο­ρά μας εί­ναι σε «ἃ ὀ­φθαλ­μὸς οὐκ εἶ­δε, καὶ οὖς οὐκ ἤ­κου­σε, καὶ ἐ­πὶ καρ­δί­αν ἀνθρώ­που οὐκ ἀ­νέ­βη», σε «ἄρ­ρη­τα ρή­μα­τα, ἃ οὐκ ἐ­ξὸν ἀν­θρώ­πῳ λα­λῆ­σαι» ( 1 Κορ. 2,9 -2 Κορ. 12,4).
Ό­μως ο ί­δι­ος ο Παύ­λος προ­χω­ρά­ει πέ­ρα α­πό την πι­στο­ποί­η­ση του ασύλ­λη­πτου και άρ­ρη­του, στην α­πο­κά­λυ­ψη που μας χα­ρί­στη­κε α­πό τον Θε­ό. Θα χρει­α­ζό­ταν μί­α α­να­λυ­τι­κή ερ­μη­νεί­α των στί­χων 6-16 του 2ου κεφ. της 1 Κορ. αλ­λά ο χρό­νος ε­δώ σή­με­ρα δεν την ε­πι­τρέ­πει. Ας κα­τα­φύ­γου­με μό­νο σε μί­α δεύ­τε­ρη καί­ρι­α συ­νει­σφο­ρά του Παύ­λου στο πρόβλη­μα της ση­μα­ντι­κής του αρ­ρή­του. Στους γνω­στούς πρώ­τους δε­κα­τρείς στί­χους του 13ου κεφ. της 1 Κορ.
Ε­κεί βρί­σκου­με να κα­θο­ρί­ζε­ται α­κρι­βώς ποι­ες δυ­να­τό­τη­τες ή προϋ­πο­θέ­σεις του κτι­στού κα­ταρ­γού­νται με την εί­σο­δο στον τρό­πο του α­κτί­στου, και ποι­ες ό­χι. «Εἴ­τε δὲ προ­φη­τεῖ­αι, κα­ταρ­γη­θή­σο­νται» - ευ­νό­η­το, α­φού ο χρό­νος (ό­πως και ο χώ­ρος) εί­ναι μό­νο συ­νάρ­τη­ση της πα­ρου­σί­ας της ύ­λης (το βε­βαι­ώ­νει σή­με­ρα και η κ­βα­ντο­μη­χα­νι­κή) και δεν υπάρ­χει μέλ­λον γι­α να λει­τουρ­γή­σει η προ­φη­τι­κή του πρό­βλε­ψη. «Εἴ­τε γλώσ­σαις παύ­σο­νται, εἴ­τε γνῶ­σις, κα­ταρ­γη­θή­σε­ται». Ε­δώ πα­ρεμ­βάλ­λε­ται μί­α προ­σθή­κη πού προ­ω­θεί έμ­με­σα και υ­παι­νι­κτι­κά τον ο­ντο­λο­γι­κό προ­βλη­μα­τι­σμό μας: θα κα­ταρ­γη­θεί «τὸ ἐκ μέ­ρους» της γνώ­σε­ως γι­α να πρα­γμα­τω­θεί «τὸ τέ­λει­ον». Η δι­α­φο­ρά α­νά­με­σα στο «ἐκ μέρους» και στο «τέ­λει­ον» ο­ρί­ζε­ται α­πό τον Παύ­λο α­να­λο­γι­κά με πα­ρά­δει­γμα της ε­μπει­ρί­ας του κτι­στού. Δεν εί­ναι δι­α­φο­ρά πο­σού πλη­ρο­φο­ρι­ών, αλ­λά δι­α­φο­ρά ω­ρι­μό­τη­τας και υ­παρ­κτι­κής ο­λο­κλή­ρω­σης: «Ὅ­τε ἤμην νή­πι­ος, ὡς νή­πι­ος ἐ­λά­λουν, ὡς νή­πι­ος ἐ­φρό­νουν, ὡς νή­πι­ος ἐλο­γι­ζό­μην. Ὅ­τε δὲ γέ­γο­να ἀ­νήρ, κα­τήρ­γη­σα τὰ τοῦ νη­πί­ου». Η είσο­δος στον τρό­πο του α­κτί­στου εί­ναι μί­α ε­νη­λι­κί­ω­ση α­ντί­στοι­χη με αυ­τήν που ού­τε να την δι­α­νο­η­θεί ού­τε να την βι­ώ­σει ε­μπει­ρι­κά μπο­ρεί το νή­πι­ο.
«Αἱ γλῶσ­σαι παύ­σο­νται» - νο­ή­μα­τα και ση­μα­ντι­κή των νο­η­μά­των εί­ναι έμ­με­σος τρό­πος γνώ­σης του πρα­γμα­τι­κού και υ­παρ­κτού, «ὡς δι­' ἐσό­πτρου ἐν αἰ­νί­γμα­τι. Τό­τε το έμ­με­σο της γνώ­σης θα αρ­θεί. Το «τέλει­ον» ση­μαί­νει πλη­ρω­μα­τι­κή α­με­σό­τη­τα «πρό­σω­πον πρὸς πρόσω­πον». Η λέ­ξη πρό­σω­πο σώ­ζε­ται και πα­ρα­πέ­μπει ό­χι πι­α σε α­πο­σπα­σμα­τι­κή γνώ­ση, αλ­λά στη βι­ω­μα­τι­κή ελ­πί­δα του ση­μαι­νό­με­νου. Τότε θα γνω­ρί­σω, με τον τρό­πο που με έ­χει γνω­ρί­σει ό κα­λέ­σας με «ἐκ τοῦ μὴ ὄ­ντος εἰς τὸ εἶ­ναι»-«ἐ­πι­γνώ­σο­μαι καὶ ἐ­πε­γνώ­σθην». Οι ό­ροι λει­τουρ­γί­ας της γνώ­σης α­ντι­στρέ­φο­νται: γνω­ρί­ζει κα­νείς ε­πει­δή έ­χει γνω­σθεί α­πό τον γι­γνω­σκό­με­νο. «Γνό­ντες Θε­όν, μᾶλ­λον δὲ γνω­σθέ­ντες ὑ­πὸ Θε­οῦ» (Γαλ. 4,3). Σί­γου­ρα η ση­μα­ντι­κή των λέ­ξε­ων α­πη­χεί­ την ε­μπει­ρί­α του κτι­στού, γι­' αυ­τό και «αἱ γλῶσ­σαι παύ­σο­νται». Ό­μως λέ­ξεις ό­πως το πρό­σω­πο, η γνώ­ση, το τέ­λει­ον, η α­γά­πη, κο­μί­ζουν γι­α την εκ­κ­λη­σι­α­στι­κή ε­μπει­ρί­α τη βι­ω­μα­τι­κή δυ­να­μι­κή της ελ­πί­δας.
Ο α­πο­φα­τι­σμός της εκ­κ­λη­σι­α­στι­κής ση­μα­ντι­κής δεν εί­ναι α­πλώς μί­α γνω­σι­ο­θε­ω­ρη­τι­κή μέ­θο­δος, αρ­χή της σχε­τι­κό­τη­τας, της α­προσ­δι­ο­ρι­στί­ας ή της δι­α­ψευ­σι­μό­τη­τας. Εί­ναι έ­να ρε­α­λι­στι­κό (ό­χι ψυ­χο­λο­γι­κό) ε­μπει­ρι­κό γε­γο­νός ο α­πο­φα­τι­σμός, εί­ναι η βί­ω­ση της ελ­πί­δας. «Νυ­νὶ δὲ μέ­νει πί­στις­, ἐλ­πίς, ἀ­γά­πη, τὰ τρί­α ταῦ­τα. Μεί­ζων δὲ τού­των ἡ ἀ­γά­πη».
Γι­α­τί «μεί­ζων» η α­γά­πη; Ί­σως γι­α­τί δί­νει α­με­σό­τε­ρο ο­ντο­λο­γι­κό περι­ε­χό­με­νο στην ελ­πί­δα. Αν η α­γά­πη δι­α­σώ­ζε­ται στον τρό­πο του α­κτί­στου, τό­τε δι­α­σώ­ζε­ται ό,τι στη γλώσ­σα του κτι­στού σπερ­μα­τι­κά ο­νο­μάζου­με σχέ­ση. Αν δι­α­σώ­ζε­ται η σχέ­ση, σώ­ζε­ται και η ε­τε­ρό­τη­τα-ταυτό­τη­τα κά­θε ό­ρου της σχέ­σης. Ε­νερ­γεί­ται ε­πο­μέ­νως κά­ποι­α μορ­φή αυ­το­συ­νει­δη­σί­ας, κά­ποι­α μορ­φή νό­η­σης, κά­ποι­α μορ­φή λο­γι­κής α­να­φο­ρι­κό­τη­τας της ύ­παρ­ξης, μορ­φή λό­γου κοι­νω­νί­ας, προ­σω­πι­κής θέ­λη­σης.
Με ποι­ες φυ­σι­κές ε­νέρ­γει­ες ε­νερ­γεί­ται η αυ­τε­πί­γνω­ση της προ­σω­πι­κής ταυ­τό­τη­τας, η λο­γι­κή α­να­φο­ρι­κό­τη­τα της σχέ­σης, η ζω­τι­κή κοι­νω­νί­α της α­γά­πης; Ποι­α ο­ντο­λο­γι­κά ε­ρεί­σμα­τα έ­χει η ελ­πί­δα της Εκ­κ­λη­σί­ας;
Ο χρό­νος της ει­σή­γη­σής μου έ­χει τε­λει­ώ­σει, γι­' αυ­τό και θα πε­ρι­ο­ρι­στώ σε ε­πι­γραμ­μα­τι­κές εν­δεί­ξεις. Έ­να πο­λύ­τι­μο α­πό­σπα­σμα α­πό τα Κε­φά­λαι­α Θε­ο­λο­γι­κὰ του α­γί­ου Μα­ξί­μου του Ο­μο­λο­γη­τού (ΡG 90, 1312 C) μας ε­πι­τρέ­πει να κα­τα­νο­ή­σου­με το ο­ντο­λο­γι­κό πε­ρι­ε­χό­με­νο της φράσης του Α­πο­στό­λου Πέ­τρου: «ἵ­να γέ­νη­σθε θεί­ας κοι­νω­νοὶ φύσε­ως» (2 Πέ­τρ. 1,4). Με την α­πό­σβε­ση και τον α­φα­νι­σμό των κτιστών ε­νερ­γει­ών της φύ­σης του με τον θά­να­το, η υ­πό­στα­ση του ανθρώ­που υ­πο­στα­σι­ά­ζει την υ­παρ­κτι­κή δυ­να­μι­κή της ι­δρυ­τι­κής της κλή­σης: τις χα­ρι­ζό­με­νες (προ­σφε­ρό­με­νες ως χά­ρη) ά­κτι­στες ε­νέρ­γει­ες της θεί­ας ζω­ής. Αυ­τό εί­ναι το ο­ντο­λο­γι­κό πε­ρι­ε­χό­με­νο της θέ­ω­σης στην ο­ποί­α, ελ­πί­ζει ή Εκ­κ­λη­σί­α, η αι­τί­α της χα­ράς αυ­τών ι­δι­αί­τε­ρα των η­με­ρών α­νά­με­σα στην Γι­ορ­τή της Α­νά­στα­σης του Χρι­στού και στη Γιορ­τή της Πε­ντη­κο­στής. Ο Ερ­χό­με­νος Πα­ρά­κλη­τος, το Πνεύ­μα της αλη­θεί­ας, ζω­ή και ζω­ο­ποι­ούν, Θε­ός και θε­ο­ποι­ούν, εί­ναι το μελ­λο­ντι­κό μας σώ­μα. Ε­πα­να­λαμ­βά­νω: Ο Πα­ρά­κλη­τος εί­ναι το μελ­λο­ντι­κό μας σώ­μα «Ἵ­να ᾖ ὁ Θε­ὸς τὰ πά­ντα ἐν πᾶ­σι».

πηγή:  "ΙΝΔΙΚΤΟΣ", τεύχος 7, 2003

Πέμπτη 14 Απριλίου 2011

Εκλιπαρώ φανατικά ,λίγη γαλήνη


Εκλιπαρώ φανατικά ,λίγη γαλήνη
22/1/09


Καπνίζει τσιγάρο, φιλήδονα, τα πάντα σε ένα σκηνικό σιωπής. Η γεύση την νικοτίνης και της παρατεταμένης σιωπής της δίνει μια όψη ανυπαρξίας. Το ριγμένο στους ώμους της παλτό φανερώνει ότι και οι σκέψεις της είχαν ταχτοποιηθεί κάπως. Μιλούσε ασταμάτητα, την ίδια ώρα που τα μάτια της ατόνιζαν, και η σκέψη της  έλεγε « χίλιες φορές καλύτερα να έχεις κάποιον που ταιριάζεις στη καρδιά να απευθύνεσαι», όλοι νιώθουμε σαν να ήμαστε σε ρόλο άμα μιλούμε για τον εαυτό μας.
Ήταν πολύ όμορφη, είχε μια ομορφιά που επιβαλλόταν περισσότερο από εσωτερικούς κανόνες παρά από εξωτερικά σχήματα, αλλά και αυτήν την ομορφιά, άμα δεν την μοιράζεσαι, καταντά και αυτή μοναξιά ανυπόφορη. Είχε επιπλέον και από τις σπάνιες ευαισθησίες που είναι κατάρα και ευλογία μαζί, τόσο όσο μπέρδευε τη χaρa από την οδύνη, ώστε πολλές φορές δεν ήξερε αν ήταν ευτυχισμένη ή δυστυχισμένη.
Τα μάτια της διέφεραν από τα μάτια των ευτυχισμένων του πλήθους των μετριοτήτων και πανέτοιμων να ξεπουλήσουν τα πάντα για μια σταλιά ευτυχίας. Αυτή η δυστυχία μας κάνει φιλήδονους και αισθησιακούς, μήπως επιβιώσουμε κρατημένοι από την ευχαρίστηση.
Όταν ξέκοψε για λίγο από την παρέα της, πέρασε από το δωμάτιο και έγραψε με κόκκινο μαρκαδόρο ότι περίσσευε από την καρδία της: εκλιπαρώ φανατικά, λίγη γαλήνη.

Τρίτη 12 Απριλίου 2011

ΜΗΝ ΕΡΩΤΕΥΤΕΙΣ ΤΟΝ ΑΝΕΜΟ…


ΜΗΝ ΕΡΩΤΕΥΤΕΙΣ ΤΟΝ ΑΝΕΜΟ…

Μερικά νούφαρα, και ένα σπίτι, ένα βασίλειο δίχως ματαιοδοξία, και μέσα , να ζει με ακρίβεια κλάσματος, μια ομορφιά ανύποπτη μπηγμένη σε ένα σώμα, δηλαδή κοροϊδεύοντας τον φόβο, άρα σώμα που φοβήθηκε πολύ, να απαντά στη ζωή υπερασπίζοντας την. Αυτό το σώμα απαντά πάντα, σε θέματα αγάπης, υπεύθυνο πλέον για ότι εξημερώνει.
Έτσι κάνει, κάθε απόγευμα, φροντίζει την εξημερωμένη, πια ‘αλεπού’ του. Η ‘αλεπού’ πάλι ντυμένη με ένα ωραίο σώμα, δίχως καθόλου σπίτι, ζει μόνο για να ματαιοδοξεί, και να διαχωρίζει τον εαυτό της από το ρόλο της, αλλά μόνο μέχρι εκεί. Έτσι την γνώρισε τυχαία ανάμεσα σε εκατομμύρια αστέρια, σχεδόν με υπόσταση αυτή, εγκατεστημένος ανάμεσα στη ζωή και το θάνατο αυτός, ήρθε η ώρα να την εξημερώσει με την ευγένεια της ψυχής του.
Αυτό σημαίνει, με απλά λόγια, πως από την στιγμή που τον γνώρισε, έμαθε πως η μόνη αλήθεια που υπάρχει στη ζωή ενός ανθρώπου, είναι ότι δε ζει κανείς, για τον εαυτό του, αποφάσισε να του δώσει όλη τη δική της, η μοίρα της, να δοθεί σε κάποιον σαν τον άνεμο, που δύσκολα κρατάς.
Μην ερωτευτείς τον άνεμο διότι είναι δύσκολο να τον κρατήσεις κοντά σου, θα λέγαμε άλλοτε. Έτσι λογαριάζουν τον εαυτό τους, εργάτες, σώματα φαινομενικά μοναχικά αλλά με παρέα ολάκερο το σύμπαν. ‘Όταν έρχεσαι’ του είπε ‘να μου λες να προετοιμάζομαι μέχρι να αρχίσω να το καταλαβαίνω μόνη μου, τότε θα με έχεις εξημερώσει πλήρως’. Η ‘αλεπού’ σιγά σιγά καταλάβανε, αυτή που ήταν μια χαρά εγωκεντρική, που κυκλοφορούσε και όλοι την θαύμαζαν, έγινε λίγο πιο θετική.
Αυτός δεν επανήλθε, η ‘αλεπού’ που το μόνο ρόλο που ήξερε ήταν αυτός της εγωπάθειας, να εκμεταλλεύεται το αίμα του άλλου, ξέροντας να κάνει μόνο ένα δρομολόγιο ώσπου να βρει την τροφή της, όταν την άφησε ούτε κανένα μπορούσε να παραπλανήσει ούτε να ζήσει μόνο με την εγωπάθεια της, την μπόλιασε με ζωή, και έφυγε σαν άνεμος, εκείνη από τότε τον αναζητά, έστω να τον δει, για λίγο.