Σελίδες

Δευτέρα 14 Μαρτίου 2011

ΜΑΡΤΙΟΣ

Yun Shouping (1633 – 1690), Cherry Blossoms & Wild Roses
Yun Shouping (1633 – 1690), Cherry Blossoms & Wild Roses
      

Μάρτιος


Che anno è, che giorno è
questo è il tempo di vivere con te
le mie mani come vedi non tremano più
e ho nell' anima in fondo all' anima
cieli immensi, e immenso amore
e poi ancora ancora amore amor per te
fiumi azzurri e colline e praterie
dove corrono dolcissime le mie malinconie
l' universo trova spazio dentro me
ma il coraggio di vivere quello ancora non c'è.


Επέμενα ότι δεν μπορεί να ΄ρθει η άνοιξη, δίχως πρώτα να περάσει ο χειμώνας, αλλά να που συμβαίνει και αυτό: τα τελευταία χρόνια ζεστοί και άνυδροι χειμωνιάτικοι μήνες δίνουν τη θέση τους σε βιαστικά καλοκαίρια και συ απομένεις να κοιτάς την ανισορροπία και τη νευρικότητα της γης, τα καπρίτσια του καιρού (λες και μπορεί να υπάρξει δίχως), τη νευρικότητα των ανθρώπων και την αδιόρατη ανησυχία τους για το πού πάμε και πώς έγιναν έτσι τα πράγματα. Σε ποιες εποχές όπου καταργούνται οι εποχές.

Ο Μάρτιος δεν έχει φανατικούς, γιατί πολύ απλά δεν ανήκει πουθενά, άρα δύσκολα και να του ανήκει κανείς. Είναι μήνας σχιζοειδής: λίγο ημερολογιακή άνοιξη και λίγο αλλοπρόσαλλος θνησιμαίος χειμώνας, λίγο το φως που είναι ακόμη ξερό και λίγο οι νύχτες με την απτή διαύγεια πού λες θα απλώσεις τα χέρια σου και θα πιάσεις άστρα, λίγο ή χαρά που ο καιρός θα ανοίξει οριστικά και λίγο η λύπη που αυτός ο καιρός ποτέ δεν έκλεισε. Όλα μια ισόπεδη διάβαση, για να περάσεις πεζός σε ακόμη ένα ελληνικό καλοκαίρι.

Τώρα ψάχνεις κοντινούς προορισμούς για τα Σαββατοκύριακα, μια παλιά συνήθεια από τον καιρό μιας μεθυσμένης ευημερίας, παράκαιρης σχεδόν σήμερα. Παρόλ’ αυτά το παλεύεις, το προσπαθείς, κάπως σα χρέος τιμής απέναντι στην άνοιξη και την ζωή, απέναντι σε μία κατήφεια που έχει προσβάλει μαζικά τον πληθυσμό. Και σαν τα μυρμήγκια αποθηκεύεις τους σπόρους των στιγμών για τους μελλοντικούς χειμώνες –και ενέσκηψαν πολλοί τελευταία - κι ύστερα λες «πάλι καλά, τα πράγματα θα μπορούσαν να ήταν χειρότερα» - πόσο χειρότερα δηλαδή; Πάντα υπάρχει χειρότερα όπως και καλύτερα. Ακόμα και στον πάτο.

Και απομένεις να αναρωτιέσαι πού πήγαν οι μυρωδιές που μετέφερε ο αέρας από τις ανθισμένες αμυγδαλιές, πού πήγε η παγωνιά που πάγωνε επί ώρες τ’ αυτιά, τα κοπάδια με τα καρδερίνια που τρέχαν σαν τρελά, πού πήγαν τα φωτεινά πρωινά όταν ανέμελοι τρέχαμε στις αυλές των σχολείων, οι αετοί που σηκώσαμε ψηλά στις Καθαρές Δευτέρες και κόψαμε κάποτε την κλωστή ελπίζοντας ότι θα τους βρουν στην απέναντι ακτή.
Από τότε τα μπουκάλια στο πέλαγο, από τότε ποιος μπόρεσε να τα διαβάσει. Αγράμματοι όλοι απέναντι στη μοναξιά.
Πού πηγαίνουν όλα αυτά που αγαπήσαμε, όταν δεν έχουμε τη δυνατότητα να τα αγαπάμε πια; Και τι παράξενο παιχνίδι είναι αυτό τώρα, αυτή η ανόητη ακούσια μνήμη, που σπάει τις πόρτες και τα στεγανά και ζητάει χώρο – ή μήπως χρόνο; - αυτό το θράσος του Καιρού που σε περιμένει χωρίς να τον περιμένεις;

Δεν είναι Μάρτιος αυτός, ένα τριπ που σε ξερνάει στην άλλη πλευρά είναι, και λες δεν ανήκω πια εδώ, μεγάλωσα, όχι άλλο πια αναζητώντας το χαμένο χρόνο και όσο γρηγορότερα το πάρω απόφαση τόσο καλύτερα, προσαρμογή κύριοι, προσαρμοστικότης, επιμένουν οι διαχειριστές και πάντα από σένα ζητούν να προσαρμοστείς, αλλά η πλάκα των διαρκών προσαρμογών είναι ότι μπερδεύεσαι στο τέλος με τόση προσαρμογή και ότι η ζωή έχει λίγη περισσότερη φαντασία από τα πειθήνια υποτακτικά της.
Στο τέλος καταλήγεις ένα απροσάρμοστο που πρωταρχικά βαριέται, δηλαδή ένα παιδί.
Κι αποφασίζεις να παίξεις με τους ίδιους αλλοπρόσαλλους όρους που επινόησε η ζωή σου, δίχως να ρωτηθείς – αυτό δα έλειπε: αν η ζωή είναι νοσηρά ευφάνταστη, δεν έχει παρά να γίνεις θετικά φαντασιακός κι αν η ζωή κυλάει και τα χρόνια φεύγουν σαν ηπειρώτικο νερό, δεν έχεις παρά να γίνεις το νεράκι που θα δροσίζεις και θα δροσίζεσαι.

Θα βάλω και φέτος Μάρτη στο χέρι και θα οργανώσω και όμιλο για την υπεράσπιση του κόκκινου και του άσπρου, της πιο ωραίας διαπλοκής που γνώρισε ποτέ ο τόπος αυτός. Δε θα ‘ναι βεβαίως γιατί φοβάμαι μήπως με κάψει ο ήλιος. Θα φορέσω Μάρτη στο χέρι, γιατί βεβαίως και κάνω πολιτική. Μια πολιτική που υπολογίζω να αποδώσει σ’ αυτή τη χώρα στα επόμενα εκατό χρόνια ή λίγο αργότερα.

Η μάνα μου γελάει και παραξενεύεται. Δεν καταλαβαίνει κάθε Μάρτη αυτή την εμμονή που κρέμεται από μια κλωστή, την ακροβασία πάνω στο σχοινί μιας οριστικής συγκατάβασης: Να μεγαλώνεις ωραίος σαν παιδί.

  
Κωνσταντίνος Ν. Καρεμφύλλης

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου