Σάββατο 29 Οκτωβρίου 2011

ΣΧΟΛΙΟ ΣΤΟ ΑΣΜΑ ΑΣΜΑΤΩΝ


ΣΧΟΛΙΟ ΣΤΟ ΑΣΜΑ ΑΣΜΑΤΩΝ
Του Χρίστου Γιανναρά.

Εἶπα Ἀναβήσομαι ἐπὶ τῷ φοινίκι,
κρατήσω τῶν ὕψεων αὐτοῦ.
ᾎσμα ᾈσμάτων


Πῶς νὰ κρατήσεις τὰ ὕψη μὲ πήλινα δάχτυλα. Ἡ ἀναρρίχηση στὸν ἔρωτα μοιάζει σισύφεια. Ὅμως ὑπάρχουμε μόνο ἀνέρποντας στὸν μετεωρισμὸ τοῦ ἀναφοῦς. Μόνο μὲ τὴν ἐπιθυμία, ποὺ μᾶς συγκροτεῖ σὲ ὕπαρξη προσωπική.

Σκέψη καὶ κρίση, βούληση καὶ αἰσθήματα, μνήμη καὶ φαντασία, αἰσθητὴ ἐμπειρία: προορισμένα νὰ σβήσουν στὸ χῶμα. Μαζὶ μὲ τοὺς χτύπους τῆς καρδιᾶς, τὴν ἀνάσα τοῦ στήθους, τὴν ἔσχατη γεύση στὸ στόμα, τὴν ἀκροτελεύτια ὀσμή. Μαζὶ μὲ τὴν ποικιλωδία τῶν ἐπιγνώσεων τὴν παιγμένη στὰ πλῆκτρα τοῦ ἐγκεφάλου. Σωματικὲς καὶ ψυχικὲς ἐνέργειες ἢ λειτουργίες ἀνέκκλητα καταδικασμένες σὲ ἀπόσβεση. Καὶ χάρη στὴν ἐπιθυμία ἐνεργοῦνται ἢ λειτουργοῦν μόνον ὡς σχέση, ὡς ἀναφορά. Ἐκεῖ, στὴ σχέση, ἀναδύεται ἡ μοναδικότητα τοῦ τρόπου, τὸ ἀνόμοιο καὶ ἀνεπανάληπτο πῶς τῆς ἀναφορᾶς. Ἐκεῖ ἀντανακλᾶται ἡ ἑτερότητα τοῦ μύχιου πυρήνα τῆς ὕπαρξής μας, ἡ προσωπική μας ὑπόσταση. Ἡ ἐλευθερία ἀπὸ τὸ φυσικό, τὸ κοινὰ δεδομένο. Ἐκεῖ, στὴν ἀθέατη μετατροπὴ τῆς φύσης σὲ σχέση, ἀποθέτουμε τὴν ἐλπίδα τῆς ἀθανασίας. Ἐκεῖ, στὸν ἔρωτα.

Ἡ διάκριση τῆς φύσης ἀπὸ τὸ πρόσωπο δὲν εἶναι νοηματικὸς ὁρισμός. Εἶναι ἡ ἐμπειρία τοῦ ἔρωτα: Ἡ ἀποκάλυψη τῆς μοναδικότητας τοῦ ἀγαπημένου, ἡ ἀχώρητη σὲ ὁρισμούς. Οἱ ὁρισμοὶ εἶναι μόνο φύση, σημαίνοντα κοινῆς κατανόησης. Ὁριοθετοῦν τὸ ἀντικειμενικό, τὸ κοινὰ δεδομένο. Ἡ ἐρωτικὴ ἀποκάλυψη μένει ἀπεριόριστη, αὐγάζει τὴν ἑτερότητα τοῦ προσώπου, τὴν ἐλευθερία του. Ἀπεριόριστη, δηλαδὴ ἀναφής.

Μετα-τροπὴ τῆς φύσης σὲ σχέση, τροπὴ τοῦ τρόπου τῆς ὕπαρξης ἀπὸ τὴν ἀναγκαιότητα στὴν ἐλευθερία. Ἐκδημοῦμε ἀπὸ τὴν ἀναγκαιότητα καὶ ἐνδημοῦμε στὴν ἐλευθερία. Πόσο θάνατο περιέχει αὐτὴ ἡ μετα-τροπή; Θάνατο τοῦ ὁριοθετημένου, τοῦ ἀντικειμενικοῦ, τῆς περατῆς καὶ περιγραπτῆς θνητότητας. Ἐκδημία ἀπὸ τὴν ἀτομικότητα, «κένωση» ἀπὸ τὴ φυσικὴ ἀπαίτηση, μηδενισμὸς τῶν ἐγωκεντρικῶν ἀντιστάσεων. Καὶ ἀνάσταση τοῦ προσώπου στὴν ἐρωτική του ἑτερότητα. Ζωὴ ἐν ἑτέρᾳ μορφῇ.

Ματαιότητα ὁρισμῶν, ψελλίσματα κάτισχνα σημαντικῆς ἀνεπάρκειας. Ὁ ἔρωτας δὲν χωράει στὴ γλώσσα. Γι’ αὐτὸ καὶ ἡ ἀνάσταση μᾶς ψάχνει κρυμμένους στὴν ἀμηχανία γιὰ τὸ ἀνέκφραστο καὶ ἀναπόδεικτο. Ἡ γλώσσα κομίζει τὸν φόβο, ἢ τὸν ἐξωραϊσμὸ τοῦ φόβου γιὰ τὴν ἐπερχόμενη ἀγλωσσία τοῦ θανάτου, τὴν ἀπόλυτη μοναξιὰ τοῦ ἄσχετου καὶ ἀνεξήγητου. Ἄρρητη πάντοτε ἡ ἀνάσταση καὶ ἀναφής, ἐνῷ ὁ θάνατος βουβὸς πάντοτε καὶ ἁπτός, ἀντικείμενος. Λίθος κατέναντι. Ἐπὶ τὴν θύραντῆς ἐπιθυμίας.

Τίς ἀποκυλίσει ἡμῖν τὸν λίθον τοῦ ἀντι-κείμενου θανάτου, ποιός θὰ μᾶς μάθει τὸν δικό μας θάνατο, τὴ μετατροπὴ τῆς φύσης σὲ σχέση; Μόνο ὁ ἔρωτας μοιάζει νὰ ἔχει πειστικότητα γιὰ τὸ ἀναπόδεικτο. Γι’ αὐτὸ καὶ γαντζωνόμαστε στὴ σημαντικὴ τῆς ἐπιθυμίας, μήπως καὶ ἀποφραγοῦν τὰ σημαίνοντα τῆς κοινῆς κατανόησης. Ἐκεῖ, στὴν ἐπιθυμία, ἀναδύεται ἀλώβητη ἀπὸ τὸν θάνατο ἡ ἑτερότητα. Εἴμαστε προϊόντα ἀναπόδεικτης ἀνάστασης, ἐγηγερμένοι στὸν «τόπο» τοῦ Ἄλλου, στὸν πόθο τῆς μητρικῆς παρουσίας. Ὁ λίθος ἀποκεκύλισται ὄχι μὲ τὴ φυσική μας γέννηση, ἀλλὰ μὲ τὴν ἐμφάνιση τοῦ πρώτου σημαίνοντος, τὴν ἀνάδυσή μας στὴν πρώτη ἐρωτικὴ σχέση. Καὶ εἶναι ὁ Λόγος τοῦ Πατρὸς ποὺ διαστέλλει τὴν ἐπιθυμία ἀπὸ τὴν ταύτιση μὲ τὸ μητρικὸ σῶμα, μᾶς ἀποσπᾶ ἀπὸ τὴ φύση γιὰ νὰ μᾶς καταστήσει πρόσωπα.

Παλεύουμε τὸν φόβο μὲ τὸν πόθο. Φόβος καὶ πόθος διοδεύουν τὴν ἰσόβια ἐρωτική μας δίψα, χτίζουν τὴν ἐλπίδα μὲ τὴν ἀοριστία τοῦ ἀναφοῦς. Γιὰ νὰ μετατραπεῖ ἡ φύση σὲ σχέση, πρέπει νὰ ἐμφανισθεῖ ἡ χάρη χάρισμα τοῦ σημαίνοντος τῆς Παρουσίας. Νὰ μᾶς ἀποσπάσει ἀπὸ τὴ σιγουριὰ τῆς ταύτισης στὴ διακινδύνευση τῆς σχέσης. Νὰ μείνει κενὸ μνημεῖο ἡ μήτρα. Καὶ γιὰ νὰ εἶναι ἀπεριόριστη ἀπὸ τὴ φύση ἡ σχέση, πρέπει ἡ παρεμβολὴ τῆς Χάρης νὰ εἶναι ἔρωτας φυσικὰ ἐλεύθερος ἀπὸ τὴ θνητότητα. Μόνο ὁ ἀεὶ ζῶν Ἐραστὴς μπορεῖ νὰ πεῖ τὸ Λάζαρε, δεῦρο ἔξω.

Οἱ Χριστιανοὶ μιλᾶμε γιὰ «σῶμα» τῆς Ἐκκλησίας, ὅπου ἡ ἀνάσταση χαρίζεται, ἐπειδὴ ἡ ζωὴ κοινωνεῖται.

Σῶμα-μήτρα κενοῦ μνημείου, μὲ τὸν Ἐραστὴ πρωτότοκο ἐκ τῶν νεκρῶν καὶ καλοῦντα τὰ μὴ ὄντα ὡς ὄντα. Θρίαμβος τοῦ ἀναπόδεικτου, ἑορτασμὸς διηνεκής του ἀ-ναφοῦς. Ἴσως ψευδαίσθηση καὶ ἀντικατοπτρισμὸς ζωῆς, ἴσως ἄρρητη βεβαιότητα ἐμπειρικῆς ἀμεσότητας. Πάντως ἔξοδος διηνεκὴς στὴ διακινδύνευση τῆς σχέσης, πορεία στὴν κόψη τοῦ ξυραφιοῦ.

Ἡ ζωὴ ἐλευθερωμένη ἀπὸ τὸν θάνατο: Ποῦ πραγματικὰ παραπέμπει αὐτὴ ἡ φράση; Μοιάζει νοηματικὸ ροῦχο τῆς γυμνῆς μας ἄγνοιας. Κι ὅμως, σὲ κλάσματα στιγμῶν τοῦ ἔρωτα, ἡ ἄγνοια ἀποκαλύπτε- ται ὑπερτέρα πάσης γνώσεως. Τότε γευόμαστε ἀντίδωρο τὴν ἀθανασία. Ἀντίδωρο στὸ δῶρο τῆς ψυχῆς μας, ποὺ τὴν μοιράσαμε δωρεάν, πατώντας στὸ διαρρηγμένο ἐγώ.

Νὰ μοιράζεις τὴν ψυχή σου δωρεάν: ἐκεῖ παραπέμπει πραγματικὰ ἡ λέξη μετάνοια, νοηματικὸ παράγωγο τοῦ ἔρωτα. Παρα-τροπὴ τοῦ νοῦ ἢ ἔρωτας γιὰ τὸ ἀναπόδεικτο. Καὶ πετᾶς ἀπὸ πάνω σου κάθε νοηματικὸ ροῦχο αὐτοάμυνας, χαρίζεις καὶ τὶς σάρκινες ἀντιστάσεις τοῦ ἐγώ σου. Ἡ μετάνοια δὲν ἔχει νὰ κάνει μὲ τὴ ναρκισσικὴ λύπη γιὰ νομικὰ παραπτώματα, εἶναι ἡ ἔκφρων ἐρωτικὴ «κένωση».

Παρα-τροπὴ τοῦ τρόπου τοῦ νοεῖν τε καὶ εἶναι.

Ἡ φύση μας εἶναι, ὑπάρχει, νοοῦσα αὐτὴ ἑαυτὴν μὲ τὴ βιο-λογικὴ τοῦ αὐτοσκοποῦ. Αὐτονόητα ἐνεργεῖ τὸ ἥδιστον, τὴν πλασματικὴ ἡδύτητα τῆς αὐτοζωῆς. Γι’ αὐτὸ καὶ εἶναι ἔκφρων ἡ μετάνοια: Μεταθέτει τὴ λογικὴ τῆς ἐπιθυμίας πέρα ἀπὸ τὴν ἡδύτητα τῆς ὁριοθετημένης ἀπὸ τὸν θάνατο αὐτοζωῆς. Πέρα ἀπὸ τὴ φυσικὴ ζωή, στὴ χαρισμένη ζωή. Στὴ Χάρη τοῦ ἔρωτα.

Ἐφαλτήριο μετάνοιας ἡ ἐπίγνωση τῆς ἁμαρτίας. Ἀπὸ τὸ ἴδιο ἐκρηκτικὸ λεξιλόγιο, ποὺ ἡ «θρησκευτική» παράχρηση ἐξουδετερώνει τὴν πυροδοτική του ἰσχύ. Ὄχι παράβαση νόμου ἡ ἁμαρτία, ἀλλὰ ἀποτυχία, ἀστοχία καὶ ἀτευξία, ἀπόπτωση ἀπὸ τὸν στόχο τῆς ἀπεριόριστης ζωῆς. Νὰ ἀποδεχθεῖ ἐνεργητικὰ ὁ ἄνθρωπος τὴν ἁμαρτία τῆς φυσικῆς του ὕπαρξης, οὔτε εὔκολο εἶναι, οὔτε ἀποσπασματικὴ νοητικὴ παραδοχή. Εἶναι μετά-νοια, καθολικὴ ἀλλαγὴ νοοτροπίας, τρόπου ποὺ νοεῖ ὁ ἄνθρωπος καὶ διαχειρίζεται τὴν ὕπαρξή του. Διεύρυνση τῆς ἐλευθερίας πέρα ἀπὸ τὴ βιολογική, στὸ ἀναπόδεικτο τῆς ἐρωτικῆς Χάρης.

Τόσο πραγματικὴ ἡ ἀλλαγὴ μὲ τὴ μετάνοια, ὅπως ἀλλάζουν ὅλα στὴ ζωὴ τοῦ πραγματικὰ ἐρωτευμένου. Ὅλα.
Ἀκόμα καὶ ἡ ἀνάγκη γιὰ τροφὴ καὶ νερό, γιὰ δόξα καὶ δύναμη. Ὁ ἐρωτευμένος διψάει μόνο τὴν ἀμοιβαιότητα. Κι ὅσο αὐτὴ τοῦ χαρίζεται, τόσο ἁπλώνει κύκλους ὁ ἔρωτας σὰν βότσαλο στὴ λίμνη.

Ἐρωτευόμαστε ὄχι μόνο τὸ πρόσωπο τοῦ Ἄλλου, ἀλλὰ καὶ κάθε τι δικό του, κάθε τι ποὺ ἔχει ὁποιαδήποτε σχέση μαζί του. Ὅ,τι φτιάχνει καὶ ὅ,τι ἀγγίζει, τὴ μουσικὴ ποὺ ἀγαπάει, τοὺς δρόμους ποὺ περπατάει, τὰ τοπία ποὺ κοιτάξαμε μαζί. Ἂν σοῦ συμβεῖ νὰ ἐρωτευθεῖς ἐπωνύμως τὸν Θεό, ἔστω καὶ σὲ κλάσματα στιγμῶν, τὸ ρίγος τοῦ πόθου παραμονεύει σὲ κάθε δροσοσταλίδα ἀνοιξιάτικη, στὸ χιόνι ποὺ καταπίνει τὴν γκρίζα νταντέλα τῆς σουρβιᾶς, στὸ στραφταλιστὸ γαλάζιο τοῦ καλοκαιρινοῦ ἀπομεσήμερου, στὴ φθινοπωρινὴ εὐωδιὰ ἀπὸ τὸ πρωτοβρόχι. Κάθε πτυχὴ ὀμορφιᾶς καὶ κάθε σοφὸ τέχνημα εἶναι δῶρο ἐρωτικῆς παραφορᾶς χαρισμένο σὲ σένα.

Λέμε ἅγιο τὸν παλαβὰ ἐρωτευμένο μὲ κάθε ποίημα τοῦ Ἐπώνυμου Θεοῦ. Ἀκόμα καὶ μὲ ὅ,τι γιὰ μᾶς τοὺς πολλοὺς ἠχεῖ σὰν φάλτσο τῆς φύσης: τὰ ἑρπετά, τὰ θηρία, τοὺς φανερὰ κακούργους ἀνθρώπους. Καὶ ἐκ τῆς μνήμης αὐτῶν καὶ τῆς θεωρίας αὐτῶν ρέουσιν οἱ ὀφθαλμοὶ αὐτοῦ δάκρυα. Καὶ οὐ δύνα- ται βαστάξαι ἢ ἀκοῦσαι βλάβην τινὰ ἢ λύπην μικρὰν ἐν τῇ κτίσει γινομένην... Καὶ διὰ τοῦτο καὶ ὑπὲρ τῶν ἀλόγων... καὶ τῶν ὀρνέων καὶ τῶν ζώων καὶ τῶν δαιμόνων... καὶ ὑπὲρ τῆς φύσεως τῶν ἑρπετῶν... καὶ ὑπὲρ παντὸς κτίσματος, ἐν πάσῃ ὥρᾳ εὐχὴν μετὰ δακρύων προσφέρει.

Οἱ ἐρωτευμένοι τὸν Ἐπώνυμο Θεό, συναγωγὴ ἁγίων, ἐκκλησία ἐκφρόνων. Ἄσχετοι μὲ τὴ βιο-λογικὴ τῆς θρησκείας, τὶς νοητικὲς βεβαιότητες, τὴ θωράκιση τῶν ἀρετῶν. Ἅγιοι, καὶ γύρω τους πληθώρα ἐμεῖς οἱ ἑτοιμόρροποι, συναγμένοι στὴν ἄθληση γιὰ ἱκάνωση προσωπικὴ στὴν ἀμοιβαιότητα.

Από το σύγγραμα «Σχόλιο στὸ ᾎσμα ᾈσμάτων»,
ἐκδ. Δόμος, 1990.

Πέμπτη 27 Οκτωβρίου 2011

Τις ημύνθη περί πάτρης;

Τις ημύνθη περί πάτρης;




Τις ημύνθη περί πάτρης;
Και τι πταίει η γλαυξ, η θρηνούσα επί ερειπίων; Πταίουν οι πλάσαντες τα ερείπια. Και τα ερείπια τα έπλασαν οι ανίκανοι κυβερνήται της Ελλάδος.
Αυτοί οι πολιτικοί, αυτοί οι βουλεπταί, εκατάστρεψαν το έθνος, ανάθεμά τους. Κάψιμο θέλουν όλοι τους! Τότε σ’ εξεθέωναν οι προεστοί κ’ οι ‘γυφτοχαρατζήδες’, τώρα σε ‘αθεώνουν’ οι βουλευταί κ’ οι δήμαρχοι.
Αυτοί που είχαν το λύειν και το δεσμείν εις τα δύο κόμματα, τους έταζαν ‘φούρνους με καρβέλια’, δώσαντες αυτοίς ουχί πλείονας των είκοσι δραχμών μετρητά, απέναντι, καθώς τους είπαν, και παρακινήσαντες αυτούς να εξοδεύσουν κι απ’ τη σακκούλα τους όσα θέλουν άφοβα, διότι θα πληρωθούν μέχρι λεπτού, σύμφωνα με τον λογαριασμόν, όν ήθελαν παρουσιάσουν.
Το τέρας το καλούμενον επιφανής τρέφει τη φυγοπονίαν, την θεσιθηρίαν, τον τραμπουκισμόν, τον κουτσαβακισμόν, την εις τους νόμους απείθειαν. Πλάττει αυλήν εξ αχρήστων ανθρώπων, στοιχείων φθοροποιών τα οποία τον περιστοιχίζουσι, παρασίτων τα οποία αποζώσιν εξ αυτού…
Μεταξύ δύο αντιπάλων μετερχομένων την αυτήν διαφθορά, θα επιτύχει εκείνος όστις ευπρεπέστερον φορεί το προσωπείον κ’ επιδεξιώτερον τον κόθορνον.
Άμυνα περί πάτρης θα ήτο η ευσυνείδητος λειτουργία των θεσμών, η εθνική αγωγή, η χρηστή διοίκησις, η καταπολέμησις του ξένου υλισμού και πιθηκισμού, του διαφθείροντος το φρόνημα και εκφυλίσαντος σήμερον το έθνος, και η πρόληψις της χρεοκοπίας.
.
Αλέξανδρός Παπαδιαμάντης στην εφημερίδα «Ακρόπολις» 115 χρόνια πριν….

Τετάρτη 26 Οκτωβρίου 2011

"Οπου και να σας βρίσκει το κακό, αδελφοί όπου και να θολώνει ο νούς σας, μνημονεύετε Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη". ΓΙΑΤΙ;


"Οπου και να σας βρίσκει το κακό, αδελφοί
όπου και να θολώνει ο νούς σας,
 μνημονεύετε
Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη".  ΓΙΑΤΙ;

Δυο κυρίως ρεύματα σκέψης έχουν μπολιάσει την σύγχρονη Ελλάδα, και αυτά κυρίως ευθύνονται  για την την κρίση της νεωτερικής εξατομίκευσης. Το πρώτο είναι ο «υπαρξισμός» που προέρχεται από την ομοκεντρική παράδοση της νεωτερικότητας. Το δεύτερο είναι η προσωποκεντρική σκέψη, που προέρχεται από την ορθόδοξη περιφέρεια (Ρωσία-Ελλάδα).

Ο υπαρξισμός γεννιέται για να αντιμετωπίσει τον μηδενισμό και να σώσει το άτομο και την τραγικότητα του. Για το προσωποκεντρικό ρεύμα, ο μηδενισμός είναι οργανική συνέπεια του δυτικού ατομοκεντρισμού. Είναι αδύνατη η υπέρβαση του ατομοκεντρισμού χωρίς οντολογική αναθεμελίωση χωρίς την μετάβαση από το άτομο στο πρόσωπο.

Η προσωποκεντρική σκέψη «νονιμοποιήθηκε» ως συνομιλητής χάρη στον Ντοστογιέφσκι «απ΄ αυτόν –τον Ντοστογιέφσκι- θα μπορούσα να διδαχτώ- γραφεί ο Νίτσε, … «Για μένα είναι πριν απ’ όλα ο συγγραφέας, που πολύ πριν από τον Νίτσε, γνώρισε τον σύγχρονό του μηδενισμό, διασαφήνισε και προείδε τις τερατώδεις και παράφρονες συνέπειές του και ο οποίος ζήτησε να ορίζει το μήνυμα της σωτηρίας». Γράφει ο Καμύ προλογίζοντας την μεταφορά των «Δαιμονισμένων» στο θέατρο.

Η αντιπαράθεση του προσώπου στο άτομο επανερμηνέυει την ελληνική πατερική θεολογία. Στο βυζάντιο που αγκάλιασε τους τελευταίους δυο αιώνες πριν την οθωμανοκρατία τον οργασμό της πατερικής θεολογίας, αφού εξ αρχής είναι ένας προσωποκεντρικός πολιτισμός, εξ αιτίας της κοινωνικής οντολογίας του –που δεν ήταν ούτε ατομοκεντρική ούτε κολεκτιβιστική, αλλά προσωποκεντρική-, τότε το πρόσωπο δεν είναι απραγματοποίητο ιδανικό. Ενσάρκωση του προσώπου είναι στο βυζάντιο ο Άγιος.

Ο εικοστός αιώνας γέννησε έναν τύπο ανθρώπου κομμένου από την κοινή πίστη και τις τρέχουσες δοξασίες, που δεν παύει, ωστόσο, να αναζητά μια υπερβατική αρχή ή, τουλάχιστον, μια λογική κατασκευή, που να του δείχνει το σκοπό της ζωής και ένα κανόνα συμπεριφοράς. Ο απορφανισμένος άνθρωπος, που σαν άλλος Φάουστ έχει χάσει την ψυχή του, καταφεύγει στις καλλιτεχνικές εκείνες μορφές που θα τον βοηθήσουν να την ξαναβρεί.

"Οπου και να σας βρίσκει το κακό, αδελφοί
όπου και να θολώνει ο νούς σας,
μνημονεύεται
Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη".

Το θαύμα θα συντελεστεί, και αυτή τη φορά, με την επενέργεια του λόγου. Ο λόγος θα καρπίσει και θα αποτελέσει συνειδητή αυτενέργεια στις εξολοθρευτικές δυνάμεις του καιρού. Οι αγιογραφίες όπως λέει μια αγαπημένη φίλη, θα μοιάζουν με τους ενορίτες, ο θρήνος θα είναι το κοινό γνώρισμα στα πρόσωπα τους. Ο θρήνος για τη δοκιμασία του ανθρώπου μέσα στις σύγχρονες συνθήκες.

Στον Παπαδιαμάντη αντί για αποστασιοποίηση από τον κόσμο και την υπέρβαση της αμαρτωλότητας, της αρρώστιας, του πόνου, της απώλειας βρίσκουμε τον ενσαρκωμένο εξαγιασμό του κόσμου και την μεταλλαγή του σε κοινωνία αγάπης. Στον σκιαθίτη και η θυσία του Ισαάκ γίνεται , και ο Ισαάκ μένει ζωντανός, αντίθετα στο φιλόσοφο και θεολόγο Κίρκεγκωρ που πιστεύει ακράδαντα ότι ή ο Ισαάκ θα ζήσει ή η θυσία θα πραγματωθεί. Στον Παπαδιαμάντη ο Ιωάννης έχει το κεφάλι στα χέρια και το ίδιο κεφάλι ταυτόχρονα στο κεφάλι, και αυτό δεν το θεωρεί – ο Παπαδιαμάντης- αντίθεση, παρά μονάχα στην διαλεκτική της λογικής. Στην περιοχή του θαύματος, το μεγαλείο του Θεού είναι τέτοιο που και η θυσία υπάρχει και ο Ισαάκ στο τέλος σώζεται, και οι αγιογραφίες έχουν διαφορετική όψη και μοιάζουν με τους ενορίτες, έτσι το είτε-είτε του Κίρκεγκωρ μεταβάλλεται σε και-και στον Παπαδιαμάντη, γιατί για τον δεύτερο η απόλυτη θυσία της αγάπης προσφέρει τα πάντα στο διπλάσιο.

Η ιδεολογική ανάλυση έργων της Λογοτεχνίας είναι ανάλυση φιλοσοφικών και θρησκευτικών εννοιών που αναφέρονται ή απεικονίζονται σε «πορτραίτα» της Λογοτεχνίας. Από αυτή την άποψη, όπως οι ηθικές, έτσι και οι μεταφυσικές αξίες μπορούν να εκφραστούν με τη Λογοτεχνία ή οποιαδήποτε άλλη μορφή Τέχνης, δείχνοντας με έναν τέτοιο τρόπο τη στενή τους σχέση με αυτή. Αυτό συνεπάγεται ότι το διήγημα, ως λογοτεχνικό είδος, δεν είναι απλή λογοτεχνία στην τρέχουσα έννοια του όρου. Εδώ, η δράση της Τέχνης είναι διττής μορφής: επαναστατική αλλά και αποκαλυπτική. Με αυτή τη μορφή, η Τέχνη καθίσταται ιερή, και η βασική της λειτουργία είναι η επαφή του ανθρώπου με την τρομακτική αρχέγονη εμπειρία, καθώς επίσης και η γεφύρωση του χάσματος, που ο φόβος για το άγνωστο, ανοίγει ανάμεσα σε εμάς και τον Θεό. Η Ιερή Τέχνη-τεχνη του Παπαδιαμάντη- διαφέρει ριζικά από την απλή ανάγκη καλλιτεχνικής εκδήλωσης συναισθημάτων ή την αντίδραση σε κάποιου είδους κατεστημένο. Αναφέρεται, πλέον, σε Νόμους, που όχι μόνον υπερβαίνουν την υποκειμενικότητα, αλλά ακυρώνουν τους περιορισμούς της, συντονίζοντάς την με ανώτερες και λεπτοφυέστερες δονήσεις.

Ο άνθρωπος ξεκινά μέσα από τις ζυμώσεις της ιστορίας ως άτομο, η ορθοδοξία των ανυψώνει σε πρόσωπο, το βυζάντιο το πρόσωπο το καθιστά μέσα σε χρόνο Άγιο, και ο Παπαδιαμάντης ακυρώνει όλους τους περιορισμούς και εγκαθιστά το πρόσωπο Άγιο στις κίτρινες σελίδες των εφημερίδων ως «το αίμα της ψυχής του».
                                                                                                                                    π.κ

Πέμπτη 20 Οκτωβρίου 2011

το σχήμα που δίνει στα πράγματα η αγάπη





Ήταν πριν από χρόνια σ’ ένα μπουγατσατζίδικο επί της οδού Βασιλίσσης Όλγας στην Ανάληψη της Θεσσαλονίκης. Μπήκα μέσα για να φάω κάτι, πριν συνεχίσω μια δύσκολη νύχτα. Περασμένες έντεκα, μαθητής σε μια Παρασκευή χωρίς μέλλον, με καταδικασμένο ξενύχτι για το υπόλοιπο της βραδιάς: την επόμενη έγραφα «εφ’ όλης της ύλης». Στο μαγαζί λίγοι πελάτες, ο κουρασμένος ιδιοκτήτης και όλοι να κουβαλούν μια ιδιότυπη μορφή εγκατάλειψης, αυτή που κάνει τους ανθρώπους να τρυπώνουν σε ένα χώρο για συνυπάρξουν - φευγαλέα έστω - με κάποιους άλλους. Ήταν το ίδιο αίσθημα που έστειλε και μένα εκεί: ήμουνα μόνος.

Τότε τους είδα. Ένα ζευγάρι τυφλών σε μία γωνία, πιάτα με άχνη στο τραπέζι και σοκολατούχο γάλα. Κάθονταν σιωπηλοί ο ένας απέναντι στον άλλο, με άδεια κλειστά χαμένα στο πουθενά μάτια. Έμοιαζαν σα να απολαμβάνουν το δικό τους διάστημα, κοιτάζοντας ο ένας τον άλλο με τρόπο που όλοι οι υπόλοιποι δεν θα μαθαίναμε ποτέ. Θα υποψιαζόμασταν ίσως κάποια βράδια, πολύ αργότερα, όταν θα κοιτάζαμε σε κάποιο μισοσκόταδο το δικό μας άνθρωπο, με τρόπο που δεν θα έβλεπε άλλος κανείς. Ποτέ. Κάποια στιγμή εκείνος σήκωσε το χέρι του και άρχισε να τη χαϊδεύει στο πρόσωπο. Την άγγιζε απαλά, προσέχοντας κάθε πτυχή και κάθε γωνία του προσώπου της. Αγαπώντας την.
Την έβλεπε με τα χέρια.    

Το θυμήθηκα αυτό τις τελευταίες μέρες ακούγοντας φίλους, γνωστούς, μαθητές να μιλούν για μοναξιές, να υπονοούν απόγνωση γι’ αυτό που έχει απομείνει στο γαλαξία των συναντήσεων, για το τίποτα, το χέρσο, το ελάχιστο, το περίπου μηδέν από την αναζήτηση του άλλου. Κανείς δεν εμπιστεύεται κανέναν πια και οι μεγάλες προσδοκίες εξυφαίνουν στα σκοτάδια τις επερχόμενες ματαιώσεις. Μια απογοήτευση για το σκάρτο των αισθημάτων, μια παραίτηση από την προϊούσα τσογλανοσύνη των καιρών, μια ανασφάλεια που πήρε χαρακτηριστικά πολιτισμικής ψύχωσης: οι άνθρωποι δυσκολεύονται να αγαπήσουν και να αγαπηθούν. Έτσι είναι;

Κι όμως: όλοι μιλούν γι’ αγάπη, γράφουν γι’ αγάπη, υμνούν την αγάπη και ότι αυτή σημαίνει. Όλοι λένε «σ’ αγαπώ». Κι ύστερα σκοτώνονται. Στις αγορές και τους συρμούς το «σ’ αγαπώ» γίνεται η τσίχλα με την οποία βουλώνονται οι τρύπες στα ντεπόζιτα της κενότητας. Από πότε το σ’ αγαπώ έγινε τόσο εύκολο και τόσο δημόσιο; Κι όσο πιο πολύ μιλούν οι πολλοί, τόσο η λέξη διαφεύγει. Πράγματα που ενώ θα έπρεπε να είναι εσωτερικά και σχεδόν μυστικά, γίνονται ατάκες περιφερόμενες από μπαρ σε μπαρ κάθε βράδυ. Πράγματα που όταν τα νιώθει κανείς δεν τα βγάζει στην αγορά, είτε γιατί δε δύναται να τα ονοματίσει είτε γιατί δε χρειάζεται να ειπωθούν – ο άλλος τα ξέρει και αυτό αρκεί.

Τα θυμήθηκα όλα αυτά τώρα που η καθημερινότητα έχει ρίξει πυρηνικά στις μέρες, στο ημερολόγιο μια σισύφεια μέτρηση ανεβαίνει από το ένα ως το τριάντα και ύστερα πάλι κυλάει από την αρχή, η μπάλα έχει χαθεί στα γήπεδα της ανάγκης, οι κερκίδες φωνάζουν «λήξ’ το» και μόνο η μάνα μου ρωτάει αραιά και που, πότε θα πάμε να τη δούμε. Το θυμήθηκα τώρα που έρχεται το βράδυ της Παρασκευής και δεν υπάρχει κουράγιο ούτε καν για την αναμονή του Σαββατοκύριακου, τόσα και τόσα που περιμένουν από τις εκκρεμότητες της βδομάδας – αυτής που πέρασε, αυτής που έρχεται; άγνωστο και αδιάφορο πια – η ζωή όλη μια εκκρεμότητα, «να πιεις καφέ, ν’ αποστρέψεις τα μάτια», στις οθόνες της τηλεόρασης η κατάθλιψη δεν έχει πάρει ακόμη ψυχοφάρμακα, τόσοι πειραγμένοι να κυκλοφορούν ανάμεσά μας και να τετραγωνίζουν τους κύκλους κι ούτε ένας να μη σιωπά, ούτε ένας για δείγμα να κόψει απότομα το λόγο, να τον αφήσει μετέωρο και να σηκωθεί να φύγει σε μια τρομερή στιγμή αυτοσυνειδησίας.

Τι μένει; Τι επιμένει;
Αυτό, ένα χαμόγελο που ανθίζει στη σκέψη του άλλου
καλή του μέρα, καλή του νύχτα, καλό μήνα, καλή βδομάδα
σ’ όποια όνειρα και σ’ όποια ανάγκη να τριγυρνάει.
Η ζωή μάς χρωστάει ακόμα.
Τι επιμένει;
Το πρωί καφές κοντά στο καλοριφέρ, μια μυρωδιά που γεμίζει το σπίτι και μας κάνει να ζούμε, η θάλασσα σκοτεινή στο βάθος, το κλείσιμο των ματιών σε αργή κίνηση, ο ύπνος μαζί που ποτέ δε φτάνει γιατί είναι τα όνειρα πολλά, στο καλό να προσέχεις, κανείς δεν πρόσεξε ποτέ, ξόρκια λες απλώς φωναχτά
κι ύστερα πέφτεις κοιμάσαι και ανασαίνεις με την ίδια ανάσα, ζεις από το ίδιο χάδι.


Θέλω να πω ότι το χάδι στο πρόσωπο του άλλου είναι αυτό που θα δώσει στα πράγματα τη μορφή, για να μη χαθείς μέσα στα σκοτάδια, τα καθημερινά και τα άλλα.