Σάββατο 29 Οκτωβρίου 2011

ΣΧΟΛΙΟ ΣΤΟ ΑΣΜΑ ΑΣΜΑΤΩΝ


ΣΧΟΛΙΟ ΣΤΟ ΑΣΜΑ ΑΣΜΑΤΩΝ
Του Χρίστου Γιανναρά.

Εἶπα Ἀναβήσομαι ἐπὶ τῷ φοινίκι,
κρατήσω τῶν ὕψεων αὐτοῦ.
ᾎσμα ᾈσμάτων


Πῶς νὰ κρατήσεις τὰ ὕψη μὲ πήλινα δάχτυλα. Ἡ ἀναρρίχηση στὸν ἔρωτα μοιάζει σισύφεια. Ὅμως ὑπάρχουμε μόνο ἀνέρποντας στὸν μετεωρισμὸ τοῦ ἀναφοῦς. Μόνο μὲ τὴν ἐπιθυμία, ποὺ μᾶς συγκροτεῖ σὲ ὕπαρξη προσωπική.

Σκέψη καὶ κρίση, βούληση καὶ αἰσθήματα, μνήμη καὶ φαντασία, αἰσθητὴ ἐμπειρία: προορισμένα νὰ σβήσουν στὸ χῶμα. Μαζὶ μὲ τοὺς χτύπους τῆς καρδιᾶς, τὴν ἀνάσα τοῦ στήθους, τὴν ἔσχατη γεύση στὸ στόμα, τὴν ἀκροτελεύτια ὀσμή. Μαζὶ μὲ τὴν ποικιλωδία τῶν ἐπιγνώσεων τὴν παιγμένη στὰ πλῆκτρα τοῦ ἐγκεφάλου. Σωματικὲς καὶ ψυχικὲς ἐνέργειες ἢ λειτουργίες ἀνέκκλητα καταδικασμένες σὲ ἀπόσβεση. Καὶ χάρη στὴν ἐπιθυμία ἐνεργοῦνται ἢ λειτουργοῦν μόνον ὡς σχέση, ὡς ἀναφορά. Ἐκεῖ, στὴ σχέση, ἀναδύεται ἡ μοναδικότητα τοῦ τρόπου, τὸ ἀνόμοιο καὶ ἀνεπανάληπτο πῶς τῆς ἀναφορᾶς. Ἐκεῖ ἀντανακλᾶται ἡ ἑτερότητα τοῦ μύχιου πυρήνα τῆς ὕπαρξής μας, ἡ προσωπική μας ὑπόσταση. Ἡ ἐλευθερία ἀπὸ τὸ φυσικό, τὸ κοινὰ δεδομένο. Ἐκεῖ, στὴν ἀθέατη μετατροπὴ τῆς φύσης σὲ σχέση, ἀποθέτουμε τὴν ἐλπίδα τῆς ἀθανασίας. Ἐκεῖ, στὸν ἔρωτα.

Ἡ διάκριση τῆς φύσης ἀπὸ τὸ πρόσωπο δὲν εἶναι νοηματικὸς ὁρισμός. Εἶναι ἡ ἐμπειρία τοῦ ἔρωτα: Ἡ ἀποκάλυψη τῆς μοναδικότητας τοῦ ἀγαπημένου, ἡ ἀχώρητη σὲ ὁρισμούς. Οἱ ὁρισμοὶ εἶναι μόνο φύση, σημαίνοντα κοινῆς κατανόησης. Ὁριοθετοῦν τὸ ἀντικειμενικό, τὸ κοινὰ δεδομένο. Ἡ ἐρωτικὴ ἀποκάλυψη μένει ἀπεριόριστη, αὐγάζει τὴν ἑτερότητα τοῦ προσώπου, τὴν ἐλευθερία του. Ἀπεριόριστη, δηλαδὴ ἀναφής.

Μετα-τροπὴ τῆς φύσης σὲ σχέση, τροπὴ τοῦ τρόπου τῆς ὕπαρξης ἀπὸ τὴν ἀναγκαιότητα στὴν ἐλευθερία. Ἐκδημοῦμε ἀπὸ τὴν ἀναγκαιότητα καὶ ἐνδημοῦμε στὴν ἐλευθερία. Πόσο θάνατο περιέχει αὐτὴ ἡ μετα-τροπή; Θάνατο τοῦ ὁριοθετημένου, τοῦ ἀντικειμενικοῦ, τῆς περατῆς καὶ περιγραπτῆς θνητότητας. Ἐκδημία ἀπὸ τὴν ἀτομικότητα, «κένωση» ἀπὸ τὴ φυσικὴ ἀπαίτηση, μηδενισμὸς τῶν ἐγωκεντρικῶν ἀντιστάσεων. Καὶ ἀνάσταση τοῦ προσώπου στὴν ἐρωτική του ἑτερότητα. Ζωὴ ἐν ἑτέρᾳ μορφῇ.

Ματαιότητα ὁρισμῶν, ψελλίσματα κάτισχνα σημαντικῆς ἀνεπάρκειας. Ὁ ἔρωτας δὲν χωράει στὴ γλώσσα. Γι’ αὐτὸ καὶ ἡ ἀνάσταση μᾶς ψάχνει κρυμμένους στὴν ἀμηχανία γιὰ τὸ ἀνέκφραστο καὶ ἀναπόδεικτο. Ἡ γλώσσα κομίζει τὸν φόβο, ἢ τὸν ἐξωραϊσμὸ τοῦ φόβου γιὰ τὴν ἐπερχόμενη ἀγλωσσία τοῦ θανάτου, τὴν ἀπόλυτη μοναξιὰ τοῦ ἄσχετου καὶ ἀνεξήγητου. Ἄρρητη πάντοτε ἡ ἀνάσταση καὶ ἀναφής, ἐνῷ ὁ θάνατος βουβὸς πάντοτε καὶ ἁπτός, ἀντικείμενος. Λίθος κατέναντι. Ἐπὶ τὴν θύραντῆς ἐπιθυμίας.

Τίς ἀποκυλίσει ἡμῖν τὸν λίθον τοῦ ἀντι-κείμενου θανάτου, ποιός θὰ μᾶς μάθει τὸν δικό μας θάνατο, τὴ μετατροπὴ τῆς φύσης σὲ σχέση; Μόνο ὁ ἔρωτας μοιάζει νὰ ἔχει πειστικότητα γιὰ τὸ ἀναπόδεικτο. Γι’ αὐτὸ καὶ γαντζωνόμαστε στὴ σημαντικὴ τῆς ἐπιθυμίας, μήπως καὶ ἀποφραγοῦν τὰ σημαίνοντα τῆς κοινῆς κατανόησης. Ἐκεῖ, στὴν ἐπιθυμία, ἀναδύεται ἀλώβητη ἀπὸ τὸν θάνατο ἡ ἑτερότητα. Εἴμαστε προϊόντα ἀναπόδεικτης ἀνάστασης, ἐγηγερμένοι στὸν «τόπο» τοῦ Ἄλλου, στὸν πόθο τῆς μητρικῆς παρουσίας. Ὁ λίθος ἀποκεκύλισται ὄχι μὲ τὴ φυσική μας γέννηση, ἀλλὰ μὲ τὴν ἐμφάνιση τοῦ πρώτου σημαίνοντος, τὴν ἀνάδυσή μας στὴν πρώτη ἐρωτικὴ σχέση. Καὶ εἶναι ὁ Λόγος τοῦ Πατρὸς ποὺ διαστέλλει τὴν ἐπιθυμία ἀπὸ τὴν ταύτιση μὲ τὸ μητρικὸ σῶμα, μᾶς ἀποσπᾶ ἀπὸ τὴ φύση γιὰ νὰ μᾶς καταστήσει πρόσωπα.

Παλεύουμε τὸν φόβο μὲ τὸν πόθο. Φόβος καὶ πόθος διοδεύουν τὴν ἰσόβια ἐρωτική μας δίψα, χτίζουν τὴν ἐλπίδα μὲ τὴν ἀοριστία τοῦ ἀναφοῦς. Γιὰ νὰ μετατραπεῖ ἡ φύση σὲ σχέση, πρέπει νὰ ἐμφανισθεῖ ἡ χάρη χάρισμα τοῦ σημαίνοντος τῆς Παρουσίας. Νὰ μᾶς ἀποσπάσει ἀπὸ τὴ σιγουριὰ τῆς ταύτισης στὴ διακινδύνευση τῆς σχέσης. Νὰ μείνει κενὸ μνημεῖο ἡ μήτρα. Καὶ γιὰ νὰ εἶναι ἀπεριόριστη ἀπὸ τὴ φύση ἡ σχέση, πρέπει ἡ παρεμβολὴ τῆς Χάρης νὰ εἶναι ἔρωτας φυσικὰ ἐλεύθερος ἀπὸ τὴ θνητότητα. Μόνο ὁ ἀεὶ ζῶν Ἐραστὴς μπορεῖ νὰ πεῖ τὸ Λάζαρε, δεῦρο ἔξω.

Οἱ Χριστιανοὶ μιλᾶμε γιὰ «σῶμα» τῆς Ἐκκλησίας, ὅπου ἡ ἀνάσταση χαρίζεται, ἐπειδὴ ἡ ζωὴ κοινωνεῖται.

Σῶμα-μήτρα κενοῦ μνημείου, μὲ τὸν Ἐραστὴ πρωτότοκο ἐκ τῶν νεκρῶν καὶ καλοῦντα τὰ μὴ ὄντα ὡς ὄντα. Θρίαμβος τοῦ ἀναπόδεικτου, ἑορτασμὸς διηνεκής του ἀ-ναφοῦς. Ἴσως ψευδαίσθηση καὶ ἀντικατοπτρισμὸς ζωῆς, ἴσως ἄρρητη βεβαιότητα ἐμπειρικῆς ἀμεσότητας. Πάντως ἔξοδος διηνεκὴς στὴ διακινδύνευση τῆς σχέσης, πορεία στὴν κόψη τοῦ ξυραφιοῦ.

Ἡ ζωὴ ἐλευθερωμένη ἀπὸ τὸν θάνατο: Ποῦ πραγματικὰ παραπέμπει αὐτὴ ἡ φράση; Μοιάζει νοηματικὸ ροῦχο τῆς γυμνῆς μας ἄγνοιας. Κι ὅμως, σὲ κλάσματα στιγμῶν τοῦ ἔρωτα, ἡ ἄγνοια ἀποκαλύπτε- ται ὑπερτέρα πάσης γνώσεως. Τότε γευόμαστε ἀντίδωρο τὴν ἀθανασία. Ἀντίδωρο στὸ δῶρο τῆς ψυχῆς μας, ποὺ τὴν μοιράσαμε δωρεάν, πατώντας στὸ διαρρηγμένο ἐγώ.

Νὰ μοιράζεις τὴν ψυχή σου δωρεάν: ἐκεῖ παραπέμπει πραγματικὰ ἡ λέξη μετάνοια, νοηματικὸ παράγωγο τοῦ ἔρωτα. Παρα-τροπὴ τοῦ νοῦ ἢ ἔρωτας γιὰ τὸ ἀναπόδεικτο. Καὶ πετᾶς ἀπὸ πάνω σου κάθε νοηματικὸ ροῦχο αὐτοάμυνας, χαρίζεις καὶ τὶς σάρκινες ἀντιστάσεις τοῦ ἐγώ σου. Ἡ μετάνοια δὲν ἔχει νὰ κάνει μὲ τὴ ναρκισσικὴ λύπη γιὰ νομικὰ παραπτώματα, εἶναι ἡ ἔκφρων ἐρωτικὴ «κένωση».

Παρα-τροπὴ τοῦ τρόπου τοῦ νοεῖν τε καὶ εἶναι.

Ἡ φύση μας εἶναι, ὑπάρχει, νοοῦσα αὐτὴ ἑαυτὴν μὲ τὴ βιο-λογικὴ τοῦ αὐτοσκοποῦ. Αὐτονόητα ἐνεργεῖ τὸ ἥδιστον, τὴν πλασματικὴ ἡδύτητα τῆς αὐτοζωῆς. Γι’ αὐτὸ καὶ εἶναι ἔκφρων ἡ μετάνοια: Μεταθέτει τὴ λογικὴ τῆς ἐπιθυμίας πέρα ἀπὸ τὴν ἡδύτητα τῆς ὁριοθετημένης ἀπὸ τὸν θάνατο αὐτοζωῆς. Πέρα ἀπὸ τὴ φυσικὴ ζωή, στὴ χαρισμένη ζωή. Στὴ Χάρη τοῦ ἔρωτα.

Ἐφαλτήριο μετάνοιας ἡ ἐπίγνωση τῆς ἁμαρτίας. Ἀπὸ τὸ ἴδιο ἐκρηκτικὸ λεξιλόγιο, ποὺ ἡ «θρησκευτική» παράχρηση ἐξουδετερώνει τὴν πυροδοτική του ἰσχύ. Ὄχι παράβαση νόμου ἡ ἁμαρτία, ἀλλὰ ἀποτυχία, ἀστοχία καὶ ἀτευξία, ἀπόπτωση ἀπὸ τὸν στόχο τῆς ἀπεριόριστης ζωῆς. Νὰ ἀποδεχθεῖ ἐνεργητικὰ ὁ ἄνθρωπος τὴν ἁμαρτία τῆς φυσικῆς του ὕπαρξης, οὔτε εὔκολο εἶναι, οὔτε ἀποσπασματικὴ νοητικὴ παραδοχή. Εἶναι μετά-νοια, καθολικὴ ἀλλαγὴ νοοτροπίας, τρόπου ποὺ νοεῖ ὁ ἄνθρωπος καὶ διαχειρίζεται τὴν ὕπαρξή του. Διεύρυνση τῆς ἐλευθερίας πέρα ἀπὸ τὴ βιολογική, στὸ ἀναπόδεικτο τῆς ἐρωτικῆς Χάρης.

Τόσο πραγματικὴ ἡ ἀλλαγὴ μὲ τὴ μετάνοια, ὅπως ἀλλάζουν ὅλα στὴ ζωὴ τοῦ πραγματικὰ ἐρωτευμένου. Ὅλα.
Ἀκόμα καὶ ἡ ἀνάγκη γιὰ τροφὴ καὶ νερό, γιὰ δόξα καὶ δύναμη. Ὁ ἐρωτευμένος διψάει μόνο τὴν ἀμοιβαιότητα. Κι ὅσο αὐτὴ τοῦ χαρίζεται, τόσο ἁπλώνει κύκλους ὁ ἔρωτας σὰν βότσαλο στὴ λίμνη.

Ἐρωτευόμαστε ὄχι μόνο τὸ πρόσωπο τοῦ Ἄλλου, ἀλλὰ καὶ κάθε τι δικό του, κάθε τι ποὺ ἔχει ὁποιαδήποτε σχέση μαζί του. Ὅ,τι φτιάχνει καὶ ὅ,τι ἀγγίζει, τὴ μουσικὴ ποὺ ἀγαπάει, τοὺς δρόμους ποὺ περπατάει, τὰ τοπία ποὺ κοιτάξαμε μαζί. Ἂν σοῦ συμβεῖ νὰ ἐρωτευθεῖς ἐπωνύμως τὸν Θεό, ἔστω καὶ σὲ κλάσματα στιγμῶν, τὸ ρίγος τοῦ πόθου παραμονεύει σὲ κάθε δροσοσταλίδα ἀνοιξιάτικη, στὸ χιόνι ποὺ καταπίνει τὴν γκρίζα νταντέλα τῆς σουρβιᾶς, στὸ στραφταλιστὸ γαλάζιο τοῦ καλοκαιρινοῦ ἀπομεσήμερου, στὴ φθινοπωρινὴ εὐωδιὰ ἀπὸ τὸ πρωτοβρόχι. Κάθε πτυχὴ ὀμορφιᾶς καὶ κάθε σοφὸ τέχνημα εἶναι δῶρο ἐρωτικῆς παραφορᾶς χαρισμένο σὲ σένα.

Λέμε ἅγιο τὸν παλαβὰ ἐρωτευμένο μὲ κάθε ποίημα τοῦ Ἐπώνυμου Θεοῦ. Ἀκόμα καὶ μὲ ὅ,τι γιὰ μᾶς τοὺς πολλοὺς ἠχεῖ σὰν φάλτσο τῆς φύσης: τὰ ἑρπετά, τὰ θηρία, τοὺς φανερὰ κακούργους ἀνθρώπους. Καὶ ἐκ τῆς μνήμης αὐτῶν καὶ τῆς θεωρίας αὐτῶν ρέουσιν οἱ ὀφθαλμοὶ αὐτοῦ δάκρυα. Καὶ οὐ δύνα- ται βαστάξαι ἢ ἀκοῦσαι βλάβην τινὰ ἢ λύπην μικρὰν ἐν τῇ κτίσει γινομένην... Καὶ διὰ τοῦτο καὶ ὑπὲρ τῶν ἀλόγων... καὶ τῶν ὀρνέων καὶ τῶν ζώων καὶ τῶν δαιμόνων... καὶ ὑπὲρ τῆς φύσεως τῶν ἑρπετῶν... καὶ ὑπὲρ παντὸς κτίσματος, ἐν πάσῃ ὥρᾳ εὐχὴν μετὰ δακρύων προσφέρει.

Οἱ ἐρωτευμένοι τὸν Ἐπώνυμο Θεό, συναγωγὴ ἁγίων, ἐκκλησία ἐκφρόνων. Ἄσχετοι μὲ τὴ βιο-λογικὴ τῆς θρησκείας, τὶς νοητικὲς βεβαιότητες, τὴ θωράκιση τῶν ἀρετῶν. Ἅγιοι, καὶ γύρω τους πληθώρα ἐμεῖς οἱ ἑτοιμόρροποι, συναγμένοι στὴν ἄθληση γιὰ ἱκάνωση προσωπικὴ στὴν ἀμοιβαιότητα.

Από το σύγγραμα «Σχόλιο στὸ ᾎσμα ᾈσμάτων»,
ἐκδ. Δόμος, 1990.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου