Παρασκευή 27 Μαΐου 2011

Παραμύθια

Παραμύθια

Έβλεπα πέρυσι μία σειρά βίντεο στο Youtube, ένας Γέροντας ξεναγούσε στην Έρημο του Αγίου Όρους. Δεν ήταν απλός οδοδείκτης, ήταν επί της ουσίας πρεσβευτής του μεγαλείου, μυσταγωγός- όσο αυτό γίνεται. Ο λόγος του γλυκός. Οι βιωματικές του αναφορές στους Οσίους γεροντάδες που έμεναν σ’εκείνα τα κατ’επίφασιν “σπίτια” (γκρεμισμένα κι ετοιμόρροπα παραπήγματα, λαμαρίνες να πασχίζουν να καλύψουν σπηλιές, θεληματικές παραιτήσεις από κάθε υποψία άνεσης και συνδετικής με την ιδιοκτησία εγκατάστασης, εικόνες που θύμιζαν πραγματικά φωλιές πουλιών πάνω στους θαλασσινούς γκρεμούς) ήταν μελίρρυτες. Ο Γέροντας, μιλώντας, αλλοιωνόταν στο ύφος και γινόταν γλυκός. Όταν για λίγο η προσοχή του ξεναγούμενου, κοσμικού cameraman περισπάσθηκε, ο Γέροντας διέκοψε την ροή του, τον ανακάλεσε με άλλο ύφος, μπήκε για λίγο στην ανάγκη της προσωπικής επικοινωνίας που προσδιορίζεται από τις ιδιαιτερότητες και τις ποιότητες του δέκτη, κάνοντας ένα μικρό διάλειμμα από τον λόγο του, ενοχλημένος ευγενικά για την προσγείωση και την διακοπή της ροής, για να ξαναγυρίσει τελικά στην διήγησή του.
Η διήγηση δεν είναι γραμμικά λεκτική: δεν εξυπηρετεί μόνη την ανάγκη επικοινωνίας με τον δέκτη. Προεχόντως αποκαθιστά την επαφή του αφηγητή με έναν άλλον κόσμο, εξώκοσμο, αναλαμβάνοντας τον ίδιο τον αφηγητή στο αφηγούμενο πλαίσιο. Αυτό που μεταδίδεται δεν είναι η απλή γραμμική εξιστόρηση βιοτικών επεισοδίων, είναι κάτι πολύ περισσότερο: είναι η αίσθηση της αναλήψεως και μεταφοράς της ύπαρξης, είναι η μεταφορά του αφηγούμενου πλαισίου στο νυν που αναβιβάζει το νυν από την παροντική, αγωνιζόμενη ιστορικότητα στην θριαμβεύουσα, μεταποιώντας το σε αεί. Ο αφηγητής δεν δίνει απλές πληροφορίες: εκπροσωπεί τον άλλο τρόπο. Εδώ: την αλληλοπεριχώρηση μεταξύ του ενθάδε προσώπου και του εκεί πλαισίου, την αναγωγή και αποδοχή ως ορίζοντα ενός πλαισίου που άλλοι, νωρίτερα, έχουν επεξεργασθεί, γενιές ολόκληρες, τελοιοποιώντας την χορογραφία ενός μυστικού χορού κάλλους και φωτός, που προσφέρει το υποκείμενο ως πρόσφορο και κατάλληλο στον Θεό για να το αναλάβει και να το διαχειρισθεί όπως θέλει.
Οι μοναχοί αρέσκονται στο να επαναλαμβάνουν τέτοιες ιστορίες. Τους αρέσουν τα παραμύθια. Φυσικά δεν εννοώ ως παραμύθι εδώ κάτι ψευδές- χρησιμοποιώ τον όρο για την λειτουργική του σημασία, για το τί δημιουργεί μια τέτοια εξωκοσμική αφήγηση στον δέκτη και μεταφορέα, για το πώς φτιάχνεται ένας παραμυθένιος κόσμος εσωτερικά, πώς τα μάτια βλέπουν αίφνις αλλιώς και μεταφράζουν αλλιώς, τα κριτήρια είναι άλλα και η ζωή γίνεται παραμύθι. Όχι ψεύτικη: παραμυθένια.
Γιατί το τί βλέπουμε και ζούμε δεν αλλάζει. Αλλάζει ο τρόπος που αυτό προσλαμβάνεται, επεξεργάζεται, μεταφράζεται, αξιολογείται και κρίνεται. Αλλάζει, συνακόλουθα, ο τρόπος που θα το προσεγγίσουμε και θα το διαχειριστούμε. Ως υποκείμενα δεν αποτελούμε απλούς μηχανικούς μεταφορείς ερεθισμάτων, ώστε να είναι πάντα το συμπέρασμα για το εκάστοτε προσληφθέν ερέθισμα το ίδιο: εμείς το προσλαμβάνουμε και το “φτιάχνουμε” κατά το πώς είμαστε και τί έχουμε μέσα μας. Κατά την γνωστή, αν και όχι ευρέως, διαφορά της οπτικής (που λέει και πολλά για τις τρέχουσες αντιλήψεις): το μάτι ερεθίζεται απλώς παθητικά και μηχανικά από κάποια αντανάκλαση φωτός που δείχνει το ορώμενο; Σε αυτήν την περίπτωση τα πράγματα είναι συγκεκριμένα κι εμείς δέσμιοι, κανένας δεν διαφέρει από κανέναν, καμμία εσωτερική ποιοτική διαφοροποίηση δεν υφίσταται ούτε και παίζει ρόλο και ο Προκρούστης δικαιώνεται πανηγυρικά κι ανόητα. Αυτό που έλεγαν παλιά όμως, το “έχασα το φως μου” τί σημαίνει; Κατά την αρχαία οπτική, το φως του ορωμένου συναντά το φως του ορώντος, ο οποίος γίνεται αποφασιστικός συνδιαμορφωτής του κόσμου. Οι εσωτερικές μας ποιότητες, οι παραδοχές, τα πλαίσια, παίζουν ρόλο. Ο κόσμος αλλάζει. Όπως έγραφε κι ο Σεφέρης: “κατά βάθος είμαι ζήτημα φωτός”.
Νομίζω, εν τέλει, είναι ζήτημα επιλογής η προσωπική μας στάση. Επιλογής του πλαισίου αναφοράς στο οποίο θέλουμε να συμμετάσχουμε. Αν θέλουμε να ανήκουμε σε κάποια τρέχουσα γραμμική εγκοσμιότητα έχει καλώς, είναι επιλογή μας. Και θα βρούμε πολλούς να το πρεσβεύουν αλλά κανέναν, νομίζω συνοδοιπόρο- στην γραμμικότητα που δεν καταλαβαίνει από προσωπικές ποιοτικές διαφοροποιήσεις, ακριβώς οι προσωπικοί αγώνες και δρόμοι δεν αναγνωρίζονται για να συν-οδοιπορούνται. Όσο το ζήτημα όμως είναι η συμμετοχή, άλλες είναι οι ποιότητες που αποκτούν σημασία. Εν τέλει επιλέγεται συγκεκριμένο σύστημα, με συγκεκριμένες τοποθετήσεις και παραδοχές, συγκεκριμένο πνεύμα που επιθυμούμε.
Εμένα μου αρέσουν αυτά τα παραμύθια που κουβαλάνε ευωδιά, ευγένεια και παράδεισο. Κατατάσσομαι σε όσους πιστεύουν ότι το φεγγάρι της Σαπφούς θα επιζήσει του φεγγαριού του Armstrong.
Γιατί:
“Χρειάζονται άλλης λογής υπολογισμοί…
Ο ήλιος σκάει μέσα μας κι εμείς κρατάμε την παλάμη στο στόμα έντρομοι.
Ο αέρας σηκώνεται. Το θείο θριαμβεύει.” (από τον Μικρό Ναυτίλο
Πηγή: http://porfyras.wordpress.com/

Τετάρτη 11 Μαΐου 2011

ΑΠΙΘΑΝΗ, ΑΛΛΑ ΜΟΝΗ ΕΛΠΙΔΑ

ΑΠΙΘΑΝΗ, ΑΛΛΑ ΜΟΝΗ ΕΛΠΙΔΑ
Tου Χρήστου Γιανναρά
========================
Είναι μάλλον φανερό ότι ο ελλαδικός Ελληνισμός δεν έχει ακόμη αντιληφθεί τι συμβαίνει στην Ελλάδα τους τελευταίους εννέα μήνες. Αλλά μοιάζει να μην το έχει αντιληφθεί ούτε ο Ελληνισμός της διασποράς, που συνήθως βλέπει καθαρότερα, γιατί βλέπει από μακριά.
Οι έξω από την Ελλάδα Ελληνες ξεσηκώθηκαν δυναμικά, στη δεκαετία του ’70, για το Κυπριακό. Πέτυχαν τότε, ειδικά στις ΗΠΑ, να ανασταλεί από το Κογκρέσο η παροχή αμερικανικής εξοπλιστικής βοήθειας στην Τουρκία. Και ανέτρεψαν την πολιτική Καραμανλή-Μπήτσιου που βιαζόταν να «κλείσει» οπωσδήποτε, με οποιουσδήποτε όρους, το Κυπριακό. Γεγονός αυθόρμητης οργάνωσης, συντονισμού και μαζικών κινητοποιήσεων ήταν και ο ξεσηκωμός, στις αρχές της δεκαετίας του ’90, για το Μακεδονικό: οι λαοθάλασσες στα συλλαλητήρια της Νέας Υόρκης, του Τορόντο, του Σύντνεϋ, που τόσο λοιδορήθηκαν αργότερα (και λοιδορούνται) από κονδυλοφόρους περίεργων κινήτρων στο εσωτερικό.
Είτε για την οικονομική ανάπτυξη πρόκειται και την ανάκαμψη από ύφεση βαθιά είτε για την άμυνα πατρώας γης και παράδοσης πολιτισμού, το βασικό προαπαιτούμενο είναι το λαϊκό «φρόνημα». Και «φρόνημα» θα πει, να είναι αυτονόητα και εμπειρικά βεβαιωμένος ο πολίτης (όχι ψυχολογικά ντοπαρισμένος από ρητορείες) ότι η κοινωνία στην οποία ανήκει και μετέχει του εξασφαλίζει ποιότητα ζωής πραγματικά πολύτιμη. Οτι η γλώσσα αυτής της κοινωνίας, με τον πλούτο της μακραίωνης ιστορικής της διαδρομής και την εκφραστική της πληρότητα, είναι προνόμιο ξεχωριστό για τη ζωή του. Οτι η γη και οι οικισμοί της πατρίδας του έχουν ομορφιά και πατίνα αρχοντιάς που του υπαγορεύουν αξιοπρέπεια. Οτι συνεχίζει η συλλογικότητα στον τόπο του να σαρκώνει συμπεριφορές, ήθη και παραδόσεις που παραπέμπουν σε «νόημα» της ύπαρξης και της συνύπαρξης πέρα από την τυφλή αναγκαιότητα των ενστίκτων. Μόνο με τέτοιες προϋποθέσεις «φρονήματος» ανασκουμπώνεται ένας λαός, για να βγει από μια οικονομική καταστροφή ή να αποσοβήσει έξωθεν απειλή.
Τέτοιο «φρόνημα» δεν υπάρχει πια στην Ελλάδα. Σώζεται ίσως μια συναισθηματική, επιδερμική παραλλαγή του στους έξω από την Ελλάδα Ελληνες, που μπορεί να ξεσηκώνει ενθουσιαστικές εκρήξεις όταν θίγεται το «εθνικό φιλότιμο». Αλλά είναι αδύνατο να προκαλέσει κοινωνική ανάκαμψη στο εσωτερικό της χώρας. Οι Ελληνες σήμερα είμαστε ένας λαός που μοιάζει να μην πιστεύει σε τίποτα, ούτε στην ιστορία του, στη γλώσσα του, στον άλλοτε πολιτισμό του, ούτε στο κράτος του, στους κοινωνικούς θεσμούς, στη συλλογική αξιοπρέπεια. Λαός με ανήκεστα κατεστραμμένη τη γλώσσα του και τη γη του, με δραματικά χαμηλό επίπεδο κατά κεφαλήν καλλιέργειας, στερημένος λογική και κρίση, παραδομένος σε αντικοινωνικές συμπεριφορές, σε κτηνώδη εγωκεντρικά ορμέμφυτα, στον πρωτογονισμό της ζούγκλας των διεκδικήσεων δίχως την παραμικρή αίσθηση σχέσεων κοινωνίας.
Γι’ αυτό και δεν μπορούμε να καταλάβουμε, ούτε οι ελλαδικοί ούτε της διασποράς οι Ελληνες, τι ακριβώς συμβαίνει στην πατρίδα μας τους τελευταίους εννέα μήνες. Οτι δεν πρόκειται για εφήμερη «κρίση», συνέπεια της παγκόσμιας, ούτε απλώς για κατάρρευση του καραγκιοζίδικου πολιτικού μας συστήματος. Δεν πρόκειται αυτή τη φορά για έξωθεν απειλές που επιδέχονται διαμαρτυρίες και συλλαλητήρια, για επιβουλές του χερσαίου ή θαλάσσιου χώρου, δόλιο σφετερισμό ονομάτων, ιστορίας, κυριότητας. Αυτή τη φορά πρόκειται για συντελεσμένη καταστροφή. Για απώλεια της σύνολης εθνικής κυριαρχίας, πρόκειται για διακυβέρνηση της χώρας από ξένους ελεγκτές και επιτρόπους. Μπορεί η κηδεμονία να μας προσφέρθηκε σαν σωτήρια λύση, λίγο πριν η κυβέρνηση κηρύξει «στάση πληρωμών» και αρχίσουμε να σφαζόμαστε στους δρόμους για λίγα τρόφιμα. Αλλά δεν παύει να συνιστά συντελεσμένη καταστροφή.
Και ούτε συγκρίνεται με τις περιπτώσεις άλλων χωρών που τέθηκαν επίσης, για κάποιο διάστημα, υπό κηδεμονίαν. Εδώ έχουμε νόσο που έχει αχρηστέψει ζωτικά όργανα του κοινωνικού σώματος. Ο εγκέφαλος (η κυβέρνηση, υποτίθεται) εμφανίζει απίστευτη ανικανότητα θετικών ενεργημάτων: Αρνείται να πάρει μέτρα για πρόκληση και ανάπτυξη της παραγωγικότητας, περιορίζεται να τσεκουρώνει τα μικρά και μεσαία εισοδήματα πνίγοντας την αγορά και επιτείνοντας την ύφεση. Οι μηχανισμοί της διαφθοράς ανέγγιχτοι, το κομματικό χρήμα αναιδέστατα προκλητικό, το κράτος παραλυμένο, έρμαιο του γκανγκστερικού συνδικαλισμού. Στον ιδιωτικό τομέα η ασυδοσία των εκβιασμών και της απανθρωπίας ξαναζωντανεύει τη φρίκη μυθιστορημάτων του Ντίκενς στον 19ο αιώνα. Με κυβέρνηση εδώ «σοσιαλιστική»!
Τα κόμματα βυθισμένα σε παντελή αυτισμό, εγκλωβισμένα στην ψυχοπαθολογική ιδιοτέλεια και μονομανία της οψέποτε εκλογικής επιτυχίας. Τα ΜΜΕ εμπορευματοποιημένα ώς το μεδούλι (και τα κρατικά: εξευτελισμένη δημοσιογραφία λακέδων της κάθε κυβέρνησης) κυνηγάνε μόνο τηλεθέαση σκυλεύοντας την αγωνία μισθωτών και συνταξιούχων με αναλύσεις, από το πρωί ώς το βράδυ, της σαδιστικής μείωσης των εισοδημάτων τους. Χωρίς να ξεχνάμε το γεγονός που έχει κυριολεκτικά διαλύσει τον κοινωνικό ιστό στην Ελλάδα, εδώ και πολλά χρόνια: τη θεσμοποιημένη ατιμωρησία, την κοινή βεβαιότητα ότι «όλα επιτρέπονται». Ηταν το μεγάλο ψηφοθηρικό κατόρθωμα του Ανδρέα Παπανδρέου, ο έμπρακτος θρίαμβος του λαϊκιστικού αμοραλισμού του.
Αυτή η καταστροφή δεν ανατάσσεται. Η παραβατικότητα στην Ελλάδα, το ψέμα, η ατιμία, η κλοπή δημόσιου χρήματος, η φοροδιαφυγή, το «λάδωμα», η κατάχρηση, η αναίδεια, το νταϊλίκι του εκβιαστή, του παραβάτη των νόμων, ο χλευασμός της ηθικής και των κοινωνικών αναστολών, είναι οι «λαϊκές κατακτήσεις» των τελευταίων τριάντα χρόνων. «Κατακτήσεις» που θεμελιώθηκαν και παγιώθηκαν χάρη στην ειδεχθή ανηθικότητα όλων των κομμάτων, άσχετα με τις παραπλανητικές τους επωνυμίες και τις ψυχωτικές τους εμμονές.
Λέγεται ότι έλεγε ο Λένιν (πριν από τον πραγματικό ή φανταστικό Κίσινγκερ) πως αν θέλεις να εξαφανίσεις ιστορικά έναν λαό, τον αποκόβεις από τη γλώσσα του. Τα εκπαιδευτικά προγράμματα και τα διδακτικά βιβλία στα ελληνικά σχολειά, τριάντα έξι χρόνια τώρα, προσφέρονται για να σπουδάσει κανείς το πόσο μεθοδικά και δόλια μπορεί να συντελεστεί αυτή η αποκοπή ενός λαού από τη γλώσσα του. Δεν φτάσαμε αιφνίδια στην κηδεμόνευση από το ΔΝΤ και στην εξουδετέρωση της Ελλάδας στον διεθνή πολιτικό στίβο. Προηγήθηκαν η μεθοδική αποχαύνωση του πληθυσμού με τη μονοτροπία μεγιστοποίησης της καταναλωτικής ευχέρειας, η προγραμματική αγλωσσία, η διάλυση δημοτικού - γυμνασίου και η αχρήστευση του λυκείου, ο ευτελισμός και το μπάχαλο των πανεπιστημίων, η συστηματική διαστροφή της ιστορικής αυτοσυνειδησίας του Ελληνα, η χλεύη για τη μεταφυσική και για τον πολιτισμό που μόνο αυτή γεννάει.
Η Ελλάδα έχει τελειώσει. Ελάχιστες οι πιθανότητες να ξαναβγεί από τη στάχτη φλόγα με Συντακτική Εθνοσυνέλευση και καινούργιο Σύνταγμα. Αλλά μοναδική ελπίδα.

ΠΗΓΗ:

Καθημερινή