Πέμπτη 29 Μαρτίου 2012

"Ο Θεός πέθανε" - ζήτω ο Μολώχ!

E-mailΕκτύπωσηPDF
Θεόδωρος Ζιάκας    
Απ' όλα τα κατά καιρούς δημοσιεύματα στο Αντίφωνο, το μεγαλύτερο ενδιαφέρον στους σχολιαστές προκαλούν όσα επικεντρώνονται στην αντίθεση θεϊσμού-αθεϊσμού. Οι "άθεοί" μας, βαθύτατα πεπεισμένοι ότι "ο Θεός πέθανε" και ότι η ύπαρξή του είναι "ασυμβίβαστη με την επιστήμη", περνούν από γενεές δεκατέσσερις όσους προσπαθούν να αρθρώσουν αντίλογο. Κι αυτοί οι κακόμοιροι τους ακολουθούν στον τρόπο που οι "άθεοι" (τρομάρα τους) θέτουν το ζήτημα. Το αποτέλεσμα είναι απίστευτο. Αναπαράγεται μια διαπάλη εντελώς εκτός τόπου και χρόνου. Επειδή η εικόνα δεν μας τιμά καθόλου, προτείνω στους περί το θέμα παλαιστές, να διαβάσουν αν όχι όλο  το βιβλίο του Ζακ Ελλύλ, Μεταμόρφωση του αστού (εκδ. Νησίδες 2008), έστω την σελίδα 156 την οποία και παραθέτω: 
<<Θα μπορούσα να ξαναπιάσω κάθε συστατικό στοιχείο της κοινωνίας μας και να ξαναβρὡ για το καθένα την ακόλουθη συμφωνία σε τέσσερις κινήσεις, κάθε φορά τελείως ενορχηστρωμένη:
  1. Μια αύξηση της στερεότητας, της ακαμψίας, της αποτελεσματικότητας των συστημάτων και των δομών.
  2. Μια προσποιητή αδιαφορία του ανθρώπου απέναντί τους, θεωρώντας ότι, αφού τα πράγματα είναι έτσι, δεν θα μπορούσαν να είναι διαφορετικά.
  3. Μια παθιάζουσα και παθιασμένη ιδεολογική μάχη, με αμφισβήτηση εικόνων, πεποιθήσεων ή γεγονότων που έχουν ήδη ξεπεραστεί.
  4. Τέλος, η διαβεβαίωση ότι εκεί έγκειται η πραγματικότητα, το μόνο σημαντικό στοιχείο, το αληθινό πρόβλημα, το κέντρο του κόσμου και της κοινωνίας.

Αυτήν ακριβώς τη συμφωνία σε τέσσερις κινήσεις ονομάζω κυριολεκτικά ιδεολογία του μηδενός. Ο άνθρωπος αποδίδει την έσχατη σημασία σ' αυτό το οποίο έχει υπό τον έλεγχό του, σ' αυτό που ξέρει πως μπορεί να τροποποιήσει κατά βούληση ή να αρνηθεί. Πώς θα έκανε διαφορετικά; Έχει εδὡ και δύο αιώνες αποκτήσει τη βεβαιότητα της αυτονομίας του, της ελευθερίας του, της παντοδυναμίας του. Έχει μάθει να τροποποιεί τον κόσμο με τα εργαλεία του, έχει περιορίσει με την κριτική του κάθε δυνατότητα για άλλες διεξόδους. Και όταν ψάχνει να βρει από πού θα ερχόταν η βοήθεια, τώρα μπορεί μόνο να κοιταχτεί στον καθρέφτη και να σκεφτεί: «μόνον από εμένα». Πῶς θα μπορούσε να υποφέρει μια κατάσταση που αμφισβητεί την πραγματικότητά του; Απεναντίας, ποια ανωτερότητα δεν επιβεβαιώνει ακόμη όταν ο ίδιος αμφισβητεί τον εαυτό του;
Αλλά όχι στ' αλήθεια. Αυτό που θα αμφισβητήσει είναι μια έννοια του ανθρώπου - διόλου το έργο του.
'Ετσι, είμαστε πάρα πολύ περήφανοι που σκοτὡσαμε τον Θεό. Κακόμοιροι αθώοι! Ο Θεός απλώς έχει γίνει άλλος. Ἐχει ξαναγίνει Μολὡχ. Γιατί ο πραγματικός θεός της εποχής μας είναι η αγία Τριάδα Κράτος-Εργασία-Τεχνική, που απαιτεί από εσάς τα πάντα, παρέχοντάς σας κυριολεκτικά μια κάποια θεία χάρη. Αυτόν έπρεπε να σκοτὡσουμε! 'Οχι τον σκουληκοφαγωμένο γέροντα της Γενέσεως. Αλλά, απεναντίας, η επιχείρηση «θάνατος του Θεού» επιτρέπει να παραδοθούμε ολοκληρωτικά στον Μολώχ. [...]
Και αν επιμένω, αν φτάνω να δείξω ότι όλο το θρησκευτικό φαινόμενο έχει μεταβιβαστεί σ° αυτές τις συγκεκριμένες και φοβερές πραγματικότητες, τότε βλέπω τον συνομιλητή μου να αλλάζει ύφος, να με κοιτάζει με συμπόνια ή οργή ανάλογα με την ιδιοσυγκρασία του, και μετά να απομακρύνεται ακροποδητί. °Ετσι, η διακήρυξη του θανάτου του θεού επιτρέπει στη σκληρή συγκεκριμένη ανελέητη πραγματικότητα του κόσμου τούτου να παρουσιαστεί σαν Θεός, να λατρεύεται, να υπηρετείται -ποιος λοιπόν θα τολμούσε να της επιτεθεί και στο όνομα τίνος;- αφού ίσα-ίσα ο Θεός είναι νεκρός!>>

Πέμπτη 22 Μαρτίου 2012

ΓΙΑΤΙ Η ΓΥΝΑΙΚΑ ΔΕΝ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΓΙΝΕΙ ΙΕΡΕΑΣ

 

Μιλᾶμε, ἀδελφοί χριστιανοί, γιά τήν ἰσοτιμία τῶν δύο φύλων, ὅτι δηλαδή ὁ
ἄνδρας καί ἡ γυναίκα εἶναι ἰσότιμοι καί δέν ὑπερτερεῖ ὁ ἕνας ἔναντι τοῦ ἄλλου.
Ἀλλά ἄν ἡ γυναίκα εἶναι ἰσότιμη μέ τόν ἄνδρα, τότε γιατί ὁ Ἀπόστολος Παῦλος
λέει «ἡ γυναίκα νά φοβᾶται τόν ἄνδρα»; Σ᾽ αὐτό τό ἐρώτημα ἀπαντήσαμε μέ
τό προηγούμενο κήρυγμά μας. Ἀλλά καί ἕνα ἄλλο δεύτερο σχετικό ἐρώτημα προβάλλει: Γιατί ἡ γυναίκα δέν μπορεῖ νά γίνει ἱερεύς ὅπως καί ὁ ἄνδρας, ἀφοῦ εἶναι ἰσότιμη μέ αὐτόν; Σ᾽ αὐτό τό ἐρώτημα θά ἀφιερώσω τό σημερινό  μου κήρυγμα, ἀδελφοί, καί παρακαλῶ πολύ νά τό προσέξετε. Ἀπό τήν ἀρχή ὅμως σᾶς λέγω ὅτι τό θέμα αὐτό εἶναι βαθύ, χρειάζεται μελέτη πολλή καί ὁμολογῶ ὅτι δέν την ἔχω κάνει τήν μελέτη αὐτή. Μερικά μόνο, δυό-τρία πράγματα, θά πῶ στό σοβαρό αὐτό θέμα, πού τά θεωρῶ ἰσχυρά.

1. Τό πρῶτο ἐπιχείρημα στό γιατί ἡ γυναίκα δέν μπορεῖ νά γίνει ἱερεύς, τό
παίρνω ἀπό τήν παράδοση τῆς Ἐκκλησίας μας. Πουθενά, οὔτε στήν Ἁγία Γραφή οὔτε στά βιβλία τῶν ἁγίων Πατέρων ἤ στά ἱερά Συναξάρια, πουθενά, λέγω, δεν βλέπουμε τήν γυναίκα νά λειτουργεῖ ὡς ἱερέας. Μόνο στήν εἰδωλολατρία φαίνεται ἡ γυναίκα ὡς ἱέρεια.

2. Δεύτερο ἐπιχείρημα: Ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ πού σαρκώθηκε στήν Κοιλία τῆς
Παναγίας μας, ὁ Ἀρχιερέας Χριστός, ἔλαβε ἀνδρώα φύση, γι᾽ αὐτό καί περιε-
τμήθη. Μήν πεῖ ὅμως κανένας ὅτι σώθηκαν μόνο οἱ ἄνδρες καί ὄχι οἱ γυναῖκες,
ἐπειδή ὁ Χριστός ἔλαβε φύση ἀνδρός. Ὄχι, γιατί ἡ ἀνδρώα φύση ἐκφράζει ὅλη τήν ἀνθρώπινη φύση. Θυμηθεῖτε αὐτό πού σᾶς ἔλεγα ἄλλοτε ὅτι τά δύο φύλα δημιουργήθηκαν στήν ἀρχή ἑνοποιημένα, μέ ἀνδρώα ὅμως φύση: Ὁ Ἀδάμ. Και ὅταν λοιπόν ὁ ἄνδρας ὡς ἱερεύς ὑπηρετεῖ τόν Θεό, τόν ἱερατεύει ὅλη ἡ ἀνθρώπινη φύση καί ὄχι ὁ ἄνδρας μόνο. Γι᾽ αὐτό πού σᾶς λέω, γιά τήν συμπερίληψη δηλαδή καί τῆς γυναικείας φύσεως στόν ἄνδρα, θά σᾶς ἀναφέρω ἕνα παράδειγμα ἀπό την Ἁγία Γραφή: Ὅταν ὁ Ἰωσήφ διηγήθηκε στόν πατέρα του τό θεϊκό ὄνειρο πού εἶδε, ὅτι τόν προσκυνοῦσαν ὁ ἥλιος, ἡ σελήνη καί οἱ ἕνδεκα ἀστέρες, ὁ πατέρας Ἰακώβ τό ἑρμήνευσε σωστά, ὅτι θά τόν προσκυνήσουν ὁ πατέρας του, ἡ μητέρα του καί τά ἕνδεκα ἀδέλφια του (βλ. Γεν. 37,10). Καί πραγματικά, ὅπως γνωρίζουμε ἀπό τήν ἱστορία τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, τόν Ἰωσήφ, πού ἔγινε ἀντιβασιλέας τῆς Αἰγύπτου, τόν προσκύνησαν τά ἀδέλφια του, ὁ πατέρας του, δέν τον προσκύνησε ὅμως ἡ μητέρα του, γιατί αὐτή εἶχε πεθάνει! Τί λοιπόν; Δέν ἐκπληρώθηκε ἀκριβῶς τό θεϊκό ὄνειρο; Καί βέβαια ἐκπληρώθηκε, λέγει ὁ ἱερός Χρυσόστομος! Γιατί ὁ ἄνδρας καί ἡ γυναίκα εἶναι ἕνα πράγμα στόν γάμο. Ἀφοῦ λοιπόν προσκύνησε τόν Ἰωσήφ ἡ κεφαλή, δηλαδή ὁ Ἰακώβ, τόν προσκύνησε καί τό ὑπόλοιπο σῶμα, δηλαδή ἡ γυναίκα του, ἡ μητέρα τοῦ Ἰωσήφ, ἡ Ραχήλ. «Ἐπεί οὖν
κεφαλή τῆς γυναικός ὁ ἀνήρ, “καί ἔσονται, φησίν, οἱ δύο εἰς σάρκα μίαν”· τῆς
κεφαλῆς προσκυνησάσης, δηλονότι καί τό σῶμα ἅπαν ταύτῃ εἵπετο».1 Ἄνδρας λοιπόν γίνεται ἱερεύς καί ἱερατεύει τόν Θεό, ἀλλά στόν ἄνδρα συμπεριλαμβάνεται καί ἡ γυναίκα. Ἡ δέ γυναίκα προσφέρει τά δῶρα στόν ἱερέα, γιά νά τά προσκομίσει αὐτός στόν Θεό. Ὥστε λοιπόν στήν προετοιμασία γιά τήν Θεία Λειτουργία περιλαμβάνεται καί ἡ εὐλαβής γυναίκα, ἡ ὁποία ζυμώνει τό πρόσφορο γιά νά το φέρει στόν ἱερέα.

3. Τρίτο ἐπιχείρημα: ἱερεύς εἶναι ἀνώτερος ὅλων, εἶναι ἄρχοντας, γιατί
ἱερωσύνη εἶναι πραγματικά ὑψηλοτέρα πάντων. Διοικεῖ λοιπόν ὁ ἱερεύς στήν
Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ, ὡς μέτοχος στό ἀρχιερατικό, προφητικό καί βασιλικό
ἀξίωμα τοῦ Χριστοῦ. Αὐτό ὅμως δέν μπορεῖ νά λεχθεῖ γιά τήν γυναίκα, ὡς ἱέρεια, γιατί ἡ γυναίκα εἶναι σέ ἐπιτίμιο νά κυριεύεται ἀπό τόν ἄνδρα καί ὄχι νά αὐθεντεύει αὐτοῦ (βλ. Γεν. 3,16. Α΄ Τιμ. 2,12). Καί μέσα στήν παραδείσια κατάσταση, πού τά δύο φύλα εἶναι ἰσότιμα, ἡ γυναίκα δέν πρέπει νά λησμονεῖ τό ἐπιτίμιό της, τό «πρός τόν ἄνδρα ἡ ἀποστροφή σου καί αὐτός σου κυριεύσει», γιατί στήν πραγματικότητα εἴμαστε στήν πτωτική κατάσταση. Γι᾽ αὐτό καί ὁ ἀπόστολος λέγει «ἡ δέ γυνή ἵνα φοβῆται τόν ἄνδρα», μέ τόν ἀντιθετικό σύνδεσμο «δέ». Δηλαδή: Ναί μέν ἡ γυναίκα εἶναι ἰσότιμη μέ τόν ἄνδρα, ναί μέν ἡ σχέση της μέ τόν ἄνδρα στόν γάμο εἶναι στενή καί ἱερή, ὅσο ἡ σχέση Χριστοῦ καί Ἐκκλησίας, ἀλλά δεν πρέπει αὐτή νά λησμονεῖ τήν ὑποταγή της σ᾽ αὐτόν. Ἡ γυναίκα, λοιπόν, λόγω τοῦ ἐπιτιμίου της, πού ἔλαβε κατά τήν πτώση, δέν μπορεῖ νά γίνει ἱερέας, γιατί δέν μπορεῖ νά ἄρχει στήν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ.

4. Τέλος, λέγουμε ὅτι ἡ γυναίκα δέν μπορεῖ νά γίνει ἱερέας, γιατί κατά τήν
φύση της ἐκφράζει περισσότερο τήν πτωτική κατάσταση. Ἔτσι διαβάζουμε στο Ἱερό Πηδάλιο ὅτι οἱ Πατέρες ἐμπόδισαν τήν γυναίκα νά εἰσέρχεται στό ἱερό βῆμα καί νά ὑπηρετεῖ στά Μυστήρια «διά τήν τῶν καταμηνίων κάκωσιν», γιά την μηνιαία ἀδιαθεσία της.2 Ἐχειροθετεῖτο δέ παλαιότερα ἡ γυναίκα διάκονος, ἡ διακονία της ὅμως δέν ἦταν, ὅπως τοῦ ἄνδρα διακόνου, μέσα στό ἱερό Βῆμα, ἀλλά ἔξω ἀπό αὐτό. Ἡ διάκονος γυναίκα βοηθοῦσε κατά τήν βάπτιση τῶν γυναικῶν ἤ σέ ἄλλες ὑπηρεσίες, πού ἦταν ἀνάρμοστο νά ὑπηρετεῖ ὁ ἄνδρας διάκονος, ἐκτός ὅμως τοῦ ἱεροῦ Βήματος.

5. Ἄς μή ζητάει λοιπόν ἡ γυναίκα νά γίνει ἱερεύς, πράγμα πού δέν ἔγινε ποτέ
στήν Ἐκκλησία μας. Ἄς μήν ξεχνάει ἡ γυναίκα ὅτι σάν μητέρα μπορεῖ νά κάνει
τό παιδί της ἱερέα ἤ ὅτι καί ἡ ἴδια ἄν τό θέλει, μπορεῖ νά φορέσει τό τίμιο ράσο καί νά γίνει μοναχή. Μία τοιαύτη παρθένον, ἀφιερωμένη στόν Χριστό, ὁ ἱερός Χρυσόστομος, θαυμάζοντάς την, λέγει: «Ὤ τήν ἱέρειαν»!

1. Εἰς τήν Γένεσιν, ὁμιλία ΞΣΤ΄, εἰς ΑΑΠ 51,630D, σ. 177.
2. Βλ. Πηδάλιον, ἔκδοσις «Ἀστήρ», σ. 150 (ὑποσημείωση).

Απόσπασμα από το περιοδικό «Απλή Κατήχηση»
Τεύχος Ιούλιος-Αὔγουστος 2011 – Ἀριθμ. 52
http://imgortmeg.gr/index.php?option=com_docman&Itemid=10

Τρίτη 6 Μαρτίου 2012

οι κήποι του μαρτίου

lucio battisti - οι κήποι του μαρτίου


Το καροτσάκι περνούσε και ο άνθρωπος εκείνος φώναζε «παγωτά»
στις 21 του μήνα τα χρήματά μας είχαν τελειώσει
σκεφτόμουν τη μητέρα μου και θυμόμουν τα φορέματά της
το πιο όμορφο ήταν μαύρο, με λουλούδια που δεν είχαν ακόμα μαραθεί

Έξω από το σχολείο παιδιά πουλούσαν βιβλία
καθόμουν εκεί κοιτάζοντάς τα, προσπαθώντας να βρω το κουράγιο να τα μιμηθώ
έπειτα ηττημένος επέστρεψα για να παίξω με τα σαράκια του μυαλού
και το βράδι στο τηλέφωνο με ρωτούσες γιατί δε μιλώ

Ποια χρονιά είναι; Ποια μέρα είναι;
Αυτή είναι η στιγμή να ζήσω μαζί σου
Τα χέρια μου όπως βλέπεις δεν τρέμουνε πια
Κι έχω στην ψυχή μου, στο βάθος της ψυχής μου
Απέραντους ουρανούς και απέραντη αγάπη
Κι ύστερα ακόμη περισσότερη αγάπη, αγάπη για σένα
Ποτάμια γαλάζια, λόφους και λιβάδια
Όπου τρέχουνε γλυκύτατες οι δικές μου μελαγχολίες
Το σύμπαν βρίσκει τη θέση του μέσα μου
Μα το κουράγιο εκείνο να ζω, εκείνο πλέον δεν υπάρχει.

Οι κήποι του Μαρτίου ντύθηκαν με καινούργια χρώματα
κι οι νέες γυναίκες αυτό το μήνα ζουν καινούργιες αγάπες
περπατούσες πλάι μου και ξαφνικά είπες «Εσύ πεθαίνεις…»
«αν με βοηθήσεις είμαι σίγουρη ότι θα το ξεπεράσω»
μα ούτε μια λέξη να ξεδιαλύνει τις σκέψεις μου
συνέχισα να περπατώ αφήνοντάς σε πίσω, αρτίστα του χθες

Ποια χρονιά είναι; Ποια μέρα είναι;
Αυτή είναι η στιγμή να ζήσω μαζί σου
Τα χέρια μου όπως βλέπεις δεν τρέμουνε πια
Κι έχω στην ψυχή μου, στο βάθος της ψυχής μου
Απέραντους ουρανούς και απέραντη αγάπη
Κι ύστερα ακόμη περισσότερη αγάπη, αγάπη για σένα
Ποτάμια γαλάζια, λόφους και λιβάδια
Όπου τρέχουνε γλυκύτατες οι δικές μου μελαγχολίες
Το σύμπαν βρίσκει τη θέση του μέσα μου
Μα το κουράγιο εκείνο να ζω, εκείνο πλέον δεν υπάρχει.


για τη μετάφραση:
Κωνσταντίνος Ν. Καρεμφύλλης