Σάββατο 6 Απριλίου 2013

Εκκοσμίκευση και Εξομολόγηση


Η εκκλησιαστική ζωή μας απλά βασίζεται σε ένα σύστημα αμοιβαίων επαίνων και λατρείας. Μια ενορία είναι πάντα ευχαριστημένη με τον εαυτό της και απαιτεί από τον ιερέα να ευχαριστεί διαρκώς το «καλό» του ποίμνιο για τις εισφορές, τις προσπάθειες, τη βοήθεια και γενναιοδωρία τους, να είναι ο καθρέφτης μέσα στον οποίο μπορούν να θαυμάζουν τον εαυτό τους. Το ίδιο πνεύμα επιτυχίας, «καλής γειτονίας» και εξωτερικών δραστηριοτήτων διαπερνά τη ζωή μας από την κορυφή ως τα νύχια. Η επιτυχία της Εκκλησίας μετριέται με βάση την προσέλευση, την οικονομική ευρωστία και τον αριθμό των «ενοριακών υποθέσεων» όλων των ειδών. Πού μέσα σ’ όλα αυτά μένει χώρος για μετάνοια;

Είναι αληθινά απούσα από την υφή του κηρύγματος και της δράσης της Εκκλησίας. Ένας ιερέας μπορεί να καλεί τους ενορίτες του σε μεγαλύτερα και καλύτερα κατορθώματα υλικής φύσεως, μπορεί καμιά φορά να εκφράζει την δυσαρέσκειά του με την «προσέλευση» και τις «υποχρεώσεις» τους, μπορεί να μάχεται τους μασόνους και τους εκκλησιαστικούς συλλόγους, αλλά ο ίδιος δεν σκέφτεται συνήθως ότι «παν το εν τω κόσμω η επιθυμία της σαρκός και η επιθυμία των οφθαλμών και η αλαζονεία του βίου» (Α' Ιω.β' 16).

Ούτε ο ίδιος πιστεύει πραγματικά στην Εκκλησία ως σωτηρία από την απελπισία και το σκοτάδι της αμαρτίας παρά (την βλέπει) ως ένα θεσμό για την ικανοποίηση των θρησκευτικών αναγκών των «ενυπόστατων» μελών της. Μέσα σε αυτές τις πνευματικές συνθήκες, σε αυτήν την ψευδοχριστιανική ηθική κατάσταση, η εξομολόγηση δεν μπορεί να είναι άλλο από αυτό που πράγματι είναι: είτε ακόμα ένα θρησκευτικό καθήκον που πραγματοποιείται μια φορά το χρόνο για την ικανοποίηση μιας αφηρημένης κανονικής φόρμας, ένας αληθινός «αυτοσκοπός» χωρίς καθόλου πνευματικές συνέπειες ή μια συζήτηση των προβλημάτων κάποιου, (όχι της αμαρτίας του, γιατί μια αμαρτία, μόλις αναγνωριστεί ως τέτοια, παύει να είναι «πρόβλημα»), τα οποία τις περισσότερες φορές δεν έχουν λύση ακριβώς γιατί η μόνη λύση τους θα ήταν η στροφή στην αληθινή Χριστιανοσύνη.


Πρωτοπρεσβύτερος Αλέξανδρος Σμέμαν

Ο έρωτας στα χρόνια της κρίσης


Ο έρωτας στα χρόνια της κρίσης

Δημήτρης Καραγιάννης*
Η οικονομική κρίση μπορεί να είναι γενικευμένη και να αφορά το σύνολο των πολιτών, αλλά βιώνεται ως αίσθηση προσωπικής αποτυχίας που οδηγεί στην καταβαράθρωση της αυτοεκτίμησης, με αποτέλεσμα να επηρεάζεται το σύνολο των εκφράσεων της προσωπικής ύπαρξης και φυσικά και των προσωπικών σχέσεων.
Η απογοήτευση είναι η απώλεια της ικανότητας να γοητεύεις και να γοητεύεσαι. Και αν αφεθείς με μια αφορμή στην απογοήτευση, τότε αυτή διαχέεται στην όλη ύπαρξη. Και τότε η ζωή ισοπεδώνεται, καθώς όλα μοιάζουν δίχως νόημα. Η γκρίνια, το παράπονο, η κατηγόρια, η κούραση, η μιζέρια, η αίσθηση αδικίας είναι τοξικά στοιχεία που δηλητηριάζουν το ερωτικό τοπίο.
Το αυτονομημένο σεξ ως ηρεμιστικό και αντικαταθλιπτικό καλύπτει την αίσθηση απογοήτευσης. Τα κενά της ύπαρξης. Η προσωρινή συγκάλυψη της αίσθησης αποτυχίας.
Όταν κάποιος νοιώθει την αυτοεκτίμησή του να διαλύεται, τότε ζητά την ερωτική σχέση, ώστε να επιβεβαιώνεται. Γι’ αυτό όχι μόνο δεν αναδεικνύει τον σύντροφό του, αλλά αντίθετα τον υποτιμά, έστω και αν επιφανειακά τον φροντίζει. Ο έλεγχος του άλλου δημιουργεί ψευδαίσθηση προσωπικής σημαντικότητας. Γι’ αυτό διαλύεται όταν αμφισβητείται, όταν χάνει το αντικείμενο της επιβεβαίωσής του. Ο Νάρκισσος έχει ανάγκη την Ηχώ, όχι επειδή την αγαπά, αλλά για να του επαναλαμβάνει αυτά που θέλει να ακούει, ώστε να τον επιβεβαιώνει.
Όποιοι στα χρόνια της άνεσης θεωρούσαν ότι άξιζαν, επειδή μέσα από την επίδειξη του πλούτου τους, μπορούσαν να εξαγοράζουν τις σεξουαλικές τους κατακτήσεις, όταν έχασαν την οικονομική τους άνεση, ένιωσαν τον προσωπικό τους ευτελισμό, καθώς κανείς δεν τους επιθυμεί, ενώ αντίθετα δέχονται τον διασυρμό καθώς οι πρώην κατακτήσεις ή οι απατημένοι σύντροφοι τους εκφράζουν την αποστροφή τους.
Η ερωτική ζωή όμως καλλιεργείται. Δεν είναι δοσμένη και μαγική όπως στα κινηματογραφικά έργα. Ο έρωτας είναι άθλημα που απαιτεί την διαρκή άσκηση.
Η διάκριση μεταξύ των ερωτικών ανθρώπων και των καταναλωτών του έρωτα είναι σημαντική. Ο καταναλωτής του έρωτα δεν αντέχει την μακρόχρονη συμπόρευση με τον ίδιο σύντροφο, γιατί δεν αντέχει ούτε τον εαυτό του. Η προσωπική κενότητα μεταφέρεται στη σχέση και στον σύντροφο. Ο έρωτας αποτελεί προσπάθεια αποφυγής του εαυτού και όχι επιθυμία συνάντησης του άλλου. Αναζητεί τον ιδανικό σύντροφο που θα του προσφέρει αυτό που επιθυμεί, δίχως αυτός να συμβάλλει, προσφέροντας κάτι αντίστοιχο.
Ο καταναλωτής του έρωτα δεν μπορεί να εμπιστευτεί εκείνον που θα ερωτευθεί. Οι απανωτές απογοητεύσεις τον κάνουν εκδικητικό. Η μανία της εκδίκησης τον καθιστά κατακτητή.  Ο ερωτισμός του κρατά όσο δεν έχει έλθει σε επαφή με τον πραγματικό άλλο, αφού δεν είναι ικανός να αναδείξει την προοπτική του άλλου.
Δεν υπερασπίζεται τις επιλογές του. Πριν σχετισθεί νιώθει ερωτευμένος και κάνει το κάθε τι για να αποκτήσει το αντικείμενο του πόθου του. Αμέσως μετά νιώθει παγιδευμένος και κάνει το κάθε τι για να δραπετεύσει.
Ο καταναλωτής του έρωτα μιλά για τον έρωτα, αλλά ως αναλώσιμο. Δεν γνωρίζει την ομορφιά της ερωτικότητας που ανανεώνεται, που εξελίσσεται, που μεταλλάσσεται, που μετουσιώνεται. Τελικά η σφοδρότητα της ερωτικής επιθυμίας μεταβάλλεται σε απογοήτευση και πίκρα που τον κατακλύζουν και τον πνίγουν ως αίσθηση ματαιότητας.
Ο ερωτικός άνθρωπος νιώθει να αναβλύζουν μέσα του χιλιάδες διαφορετικές επιθυμίες που αγγίζουν διαφορετικές πλευρές του, αλλά που όλες περικλείουν την βασική επιθυμία για ζωή. Δεν περιορίζει την ερωτική του ικανότητα μόνο στις ερωτικές σχέσεις. Το βλέμμα του αναγνωρίζει την ομορφιά και εκστασιάζεται σε διαφορετικές καταστάσεις.
Ο ερωτικός άνθρωπος δεν αναζητεί λόγους για να απογοητεύεται, αλλά είναι γοητευτικός, καθώς είναι αυθεντικός. Γνωρίζει να μη στέκεται στα φθαρτά στοιχεία της συμπεριφοράς των άλλων, αλλά να σχετίζεται με την ομορφιά των προσώπων τους. Αναδεικνύει τον σύντροφό του. Αγαπώντας, νιώθει να εμπλουτίζεται ο ίδιος.
Ο ερωτικός άνθρωπος είναι αυτός που γνωρίζει να ζει αισθαντικά τη ζωή του, ανεξάρτητα από τις όποιες αντιξοότητες. Οι δυσκολίες στην ανθρώπινη ύπαρξη, θα υπάρχουν και μετά την οικονομική κρίση, αλλά όσοι θα έχουν ατσαλώσει στις δυσκολίες, θα έχουν κατακτήσει και νέα εφόδια για την κατάκτηση της σοφίας.
*Ο Δημήτρης Καραγιάννης είναι Παιδοψυχίατρος-Ψυχοθεραπευτής, Δ/ντής του Κέντρου Παιδοψυχικής Υγιεινής, Διδάκτωρ του Δημοκρίτειου Πανεπιστημίου.