Πέμπτη 13 Ιανουαρίου 2011

ρώτα το κύμα και τον αέρα



René Magritte, La mémoire, 1948, Musée d'Ixelles, Bruxelles 
  
ρώτα το κύμα και τον αέρα


Under a blood red sky
A crowd has gathered in black and white
Arms entwined, the chosen few
The newspapers says, says
Say it's true it's true...
And we can break through
Though torn in two
We can be one

I...I will begin again
I...I will begin again”



Τώρα ένας ακόμη χρόνος άλλαξε και στο ημερολόγιο γεμίζουν ξανά οι μήνες με αριθμούς και τριήμερα υποσχέσεων, με ημέρες και σαββατοκύριακα, με αργίες και διακοπές, με εποχές και εικόνες μιας ζωής, που δε χορταίνεται, δε χορταίνεται, παρά τις πτώσεις και τα κλάματα, τις αγωνίες και τις περιπέτειες, τις απώλειες, τις προδοσίες, τις απογοητεύσεις, τη φθορά… Τώρα πρέπει να σταθείς πάλι όρθιος, να σφίξεις ίσως τα δόντια – τι είχες τι έχασες – να πάρεις αποφάσεις, να πεις «ποτέ ξανά» και «πάντα έτσι» και «τώρα ή ποτέ», ιδεώδης εν τη λύπη σου, να γράψεις στο χαρτί αυτά που θέλεις να κάνεις, να τα βάλεις στον πίνακα των ανακοινώσεων, να τα βάλεις απέναντι, χαρτάκια που αποπνέουν σοβαρότητα και υπόσχεση, Ερινύες που θα σε κυνηγούν για το ψωμοτύρι που έφαγες μετά τα μεσάνυχτα, για εκείνη την επιστολή που δεν έστειλες ποτέ, για τα λόγια που δεν είπες.

Ποιον ξεγελάς; Μεγαλώνεις, αυτό είναι όλο. Οι σοβαροί των σκοπών κάνουν καριέρα από νωρίς, σχεδόν αφότου γεννηθούν - πόσων χρονών είναι τα παιδιά σας; ο γιατρός τριών και ο δικηγόρος πέντε – εκείνες, ξέροντας πότε θα παντρευτούν και σε ποια μέρα θα συλλάβουν, εκείνοι, προβάροντας γραβάτες και χαρτοφύλακες, επιλέγοντας από τα λεξικά τις καλύτερες λέξεις τους. Και το μυαλό τους μια επιφάνεια από διαρκή posts, για το καθετί. Άγχος και αυτό: να πρέπει να αποδείξεις τα πάντα στους πάντες. Αλλά έλα, πες μου πού βρίσκεται το «τώρα», το «πάντα» και το «ποτέ» πάνω στο νήμα του χρόνου, σ’ αυτό το νήμα που μοναδική του ικανότητα είναι να εξυφαίνει λαβυρίνθους, όπου το παιχνίδι παίζεται ανάμεικτο με τον τρόμο;

Φοβάσαι μα παίζεις, γιατί κατά βάθος ξέρεις ότι παρότι το παιχνίδι μπορεί να είναι στημένο, η γοητεία είναι να παίζεις και να πετυχαίνεις μικρές σχεδόν ανεπαίσθητες νίκες, λογουχάρη να διαβάζεις ποιήματα δυνατά διασκεδάζοντας το μηδέν, να γελάς από βάθους καρδίας, να υπονομεύεις τις ολοκληρωτικές τους βεβαιότητες, να ρίχνεις τα καλά στο γιαλό, γνωρίζοντας ότι θα επιστρέψουν μάλλον σαπιόξυλα και πλαστικά μπουκάλια. Ουδεμία καλωσύνη μένει ατιμώρητος. Ε, και; Και κάθε μα κάθε στιγμή, να επιλέγεις ώστε να μπορείς στη συνέχεια να κοιτάζεις τους άλλους στα μάτια, να επιλέγεις ώστε να περπατάς ευθυτενής στους δρόμους του χωριού που σου έλαχε να ζήσεις, να επιλέγεις ώστε να σώσεις εκείνη την καταραμένη αξιοπρέπεια, να πάρεις μια-δυο αποφάσεις για όλους αυτούς που άρχισαν να βαραίνουν με ανόητη παρουσία στη ζωή σου, - "όλους εσάς που χρόνια τώρα τριγυρνάτε αμέριμνοι στα μάτια μου / μια μέρα θα βάλω τα κλάματα και θα σας πνίξω" - να μοιραστείς κάτι ελάχιστο, να αφήσεις κάτι που θα μιλάει από μόνο του, αύταρκες και ωραίο.
Ένα πάθος ίσως. 

Δεν κατάλαβα ποτέ τι ακριβώς γιορτάζουν οι άνθρωποι με την αλλαγή του χρόνου. Τι είναι αυτό που τους κάνει να συνωστίζονται στα διάφορα ρεβεγιόν της ζωής τους και να μετρούν αντίστροφα, σα να πρόκειται κάτι να εκραγεί, να εκτοξευτεί στο διάστημα, για να επανέλθει ύστερα στην καθιερωμένη τάξη των πραγμάτων, να μετράει δηλαδή κανονικά τα λεπτά, τις ώρες, τις ημέρες, τους μήνες, τα χρόνια, όπως ένα παιδί που μαθαίνει αρίθμηση, όπως ένα ρολόι που αποτυπώνει άχαρα μια ακατανόητη εντροπία: αἰὼν παῖς ἐστι παίζων πεσσεύων· παιδὸς ἡ βασιληίη. 

Τι γιορτάζουν; Την έλευση του καινούργιου μήπως, που συνοδεύεται από την άδηλη προσμονή ότι αυτό θα είναι λίγο καλύτερο από εκείνο που πέρασε; Την αλλαγή καθεαυτή, αυτή που φοβούνται όλον τον υπόλοιπο καιρό σε μια Παρμενίδεια εμμονή φύλαξης των κεκτημένων, σε μία μανιώδη οχύρωση πίσω από τα αμετακίνητα; Άνθρωποι που θέλουν να ελπίζουν και άνθρωποι που θέλουν να εύχονται. Δύο ρήματα που διαπραγματεύονται διαρκώς με την πραγματικότητα, εκβιάζουν ή εκλιπαρούν τις διαθέσεις ενός μυστήριου σύμπαντος, προσβλέποντας σε μια κβαντική μετάλλαξη σύμφωνα με την επιθυμία.

Και απέναντι σε όλα αυτά τι έχεις να αντιτάξεις;
  

«Καὶ ἂν μερικὲς φορές, στὰ σκαλιὰ ἑνὸς παλατιοῦ,
στὸ πράσινο χορτάρι ἑνὸς χαντακιοῦ,
μέσα στὴ σκυθρωπὴ μοναξιὰ τῆς κάμαράς σας,
ξυπνᾶτε, μὲ τὸ μεθύσι ήδη ἐλαττωμένο ἢ χαμένο,
ρωτῆστε τὸν ἀέρα,
τὸ κύμα,
τὸ ἄστρο,
τὸ πουλί,
τὸ ρολόι,
τὸ κάθε τι ποὺ φεύγει,
τὸ κάθε τι ποὺ βογκᾶ,
τὸ κάθε τί ποὺ κυλᾶ,
τὸ κάθε τι ποὺ τραγουδᾶ,
ρωτῆστε τί ὥρα εἶναι,
καὶ ὁ ἀέρας,
τὸ κύμα,
τὸ ἄστρο,
τὸ πουλί,
τὸ ρολόι,
θὰ σᾶς ἀπαντήσουν:
Εἶναι ἡ ὥρα της μέθης!
Γιὰ νὰ μὴν γίνετε οἱ μαρτυρικοί σκλάβοι τοῦ Χρόνου,
μεθύστε,
μεθύστε χωρὶς διακοπή!
Μὲ κρασί, μὲ ποίηση ἢ μὲ ἀρετή, με ότι σᾶς ἀρέσει».

Με κρασί, με ποίηση, με αρετή, με ότι θέλεις. Η ώρα της μέθης, σε μια ζωή που ξεθωριάζει ολοένα και περισσότερο στα νοήματά της. Καλή χρονιά!


Κωνσταντίνος Ν. Καρεμφύλλης

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου